Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

«Απ’  τη  φατρία  στο  κόμμα»

 
Εκλογές  στην  Ελλάδα 
Η  χώρα   για  έβδομο  συνεχές  έτος  ταλανίζεται από οικονομικό-πολιτική κρίση.  Αλλεπάλληλες περικοπές και εργασιακές ανακατατάξεις  συνιστούν  ένα συμπαγές στρώμα πάγου   το  οποίο  ισοπεδώνει όλους τους κλάδους. Η ωφελιμοκρατία προβαίνει σε βαρύγδουπες τρομοκρατικές δηλώσεις με σκοπό τον εκφοβισμό των μαζών και τον κατακερματισμό των κοινωνικών ομάδων. Στον αντίποδα ανέχεια, στέρηση, θυμός προκλητικός φετιχισμός από ολίγους ξιπασμένους νεόπλουτους ή ευνοημένους. Ατέρμονες αναλύσεις επί αναλύσεων στα ειδησεογραφικά δελτία πυροδοτούν πιθανό εκνευρισμό, αποπροσανατολίζουν και χειραγωγούν την κοινή γνώμη. Εξανδραποδισμένοι πολιτικοί, υπηρετούντες τα εκάστοτε συμφέροντα εκφωνούν ξύλινο λόγο. Αψίκορες συζητήσεις σε κάθε μορφή συγκέντρωσης ή συναναστροφής μονοπωλούν το ενδιαφέρον και φαλκιδεύουν την ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Κυματίζουν  τα  σημαιάκια  αρχέγονες  προσδοκίες, ηγέτες  πίνουν  νερό  στο  όνομα  της  Δημοκρατίας, συνθήματα  στη  διελκυστίνδα   των  αντιπαραθέσεων.  Αναβρασμός  στις  κομματικές  φαρέτρες…  
Πώς   ιχνηλατείται η  πολιτική  δραστηριοποίηση  των  κομματικών  συνιστωσών όπως  αυτές  αναπτύσσονται, εξαπλώνονται  και  κινούνται  σ’ ένα  περιβάλλον  αρκετά  εύθραυστο  και  δυσοίωνο;

«Το εναντιούμενον τω δυναστεύοντι δήμος ωνόμασται»   (Θουκυδίδης)
Η  προσέγγιση  του  όρου  «Δημοκρατία» υποπίπτει  σε  αντιφατικές  ερμηνείες    από  τους μελετητές.  Η  σημασία    κατά   την  κλασσική  Αθηναϊκή  εποχή  απέχει  παρασάγγας  από  το  σημερινό  εννοιολογικό  πλησίασμα.  Η  λέξη  δήμος  απεικονίζει  ένα  συγκεκριμένο  τοπικό  πλαίσιο  και  ταυτοχρόνως  το  σύνολο  των  κατοίκων  του. Η  έννοια  μετεξελίσσεται  συν  τω  χρόνω    στον  όρο  λαός.  Εμβαθύνοντας θα   τον  σκιαγραφούσαμε   έχοντας  κατά  νου τρεις   βασικές  συνιστώσες : ισηγορία, ισονομία, ισοκρατία.  Στα  κείμενα  του  Ηροδότου  γίνεται   εκτενής   μνεία  και  στα  τρία  λεκτικά  σημεία.  Όσον  αφορά  στον  παράγοντα  ισονομία  έχουν  αποδοθεί  πολλές  εξηγήσεις,  κάποιες  από  τις  οποίες  απορρίπτονται  λόγω  απόκλισης  από  τις  καταστατικές  εισηγήσεις  του  Κλεισθένη,  ενώ  άλλες  γίνονται  δεκτές  λόγω  σύγκλισης  με  τις  ισχύουσες  μεταρρυθμίσεις.  Καθίσταται  λοιπόν  παραδεδεγμένη  η ισότητα  προ  του  νόμου.  Ο  όρος  ισηγορία  υποστασιώνει  την  ενδυνάμωση  των  Αθηναίων,  οι  οποίοι  φιμωμένοι  εν  καιρώ  τυραννίας  δεν  μάχονταν  εκθύμως. Ο  Κλεισθένης  αίρει  το  φίμωτρο  εκχωρώντας   δικαίωμα  λόγου  στον  Δήμο, αξιοσημείωτη  πολιτική  στροφή  σαν  πρόταση  αλλά  και  σαν  υλοποίηση. Τέλος  ο  όρος  ισοκρατία  συνυφαίνεται  άρρηκτα  με  το  πολίτευμα  του  Κλεισθένη  σύμφωνα  με  τις  ρήσεις  του  Ηροδότου.  Αναφέρεται    σε  ισότητα  πολιτικής  ισχύος  έστω  και  μειονοτική.  Σ’  αυτό  το  σημείο  δόκιμο  θα  ήταν  να  μνημονευτεί  ότι  έκτοτε  το  τρίπτυχο  συνοδεύει  οιοδήποτε  μη  απολυταρχικό  πολίτευμα.    

 «Το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν»    (Ισοκράτης)
Τα  βουνά  και  η  θάλασσα  αποτελούν  φυσικά  σύνορα  για  την  Ελλάδα,  τα  οποία  από  αρχαιοτάτων  χρόνων  συμβάλλουν και  σε  εγχώρια   εδαφική  διαίρεση. Κατά  τη  διάρκεια  της  Οθωμανικής   Αυτοκρατορίας  η  κεντρική  εξουσία  επιδεικνύει  προκρούστεια   τακτική  επιβολής. Συνεπώς  το  άτομο, αντιλαμβανόμενο  το  σαθρό  κρηπίδωμα  προάσπισης  των  κοινωνικών-νομικών  του  δικαιωμάτων,  μετέρχεται  άλλων  μέσων  προς  επιβίωση.  Η  οικογένεια  προσήκει  στις  κατάλληλες  προϋποθέσεις    για  να  αντικατοπτρίσει    το  καταφύγιο   και  τον  ομφάλιο   λώρο για  να  συσπειρώσει   τα  μέλη  γύρω  από αρραγή  δεσμό  συμπαράστασης  κι  αλληλεγγύης. Μία  πρωτόλεια  μορφή  σύναψης  συμμαχίας,  η  οποία  εν  πρώτοις  ερείδεται  σε  πελατειακούς  μοχλούς  αλληλεξάρτησης  και  προώθησης  συμφερόντων,  θα  αποτελέσει  τη  μαγιά  εν  συνεχεία   σύστασης  κομματικών  μηχανισμών.
Η  εξέγερση  του  1821, ιστορικό-μεταπολιτευτικό  μεταίχμιο,  το  οποίο  εξερέθισε  τους  ιθύνοντες  τόσο  σε  ελληνικό    όσο  σε  ευρύτερο  πλαίσιο, προβλημάτισε  εντόνως  τους  διπλωματικούς  άξονες  των  Δυνάμεων,  οι  οποίες  έσπευσαν  να  δραστηριοποιηθούν  εξ  απαλών  ονύχων  κρίνοντας  σαφώς  εξ  ιδίων  τα  αλλότρια, κάτι  που  πρέσβευε  την  κατά  το  δοκούν  ανάμιξή τους. Το  αρχικά  υποτονικό ενδιαφέρον  τους  για  τις  εξελίξεις  στην  περιοχή   αντικαταστάθηκε   από  ισχυρή μέριμνα, προφανώς  ευρισκόμενοι  μπροστά  στο  δίλημμα  της  εκλογής    ηγεμόνα του  νεοσύστατου  κράτους, πρόσωπο  το  οποίο  θα  κινούσε  τα  νήματα  αναλόγως  ως  προς  τα  συμφέροντά τους.  Αναπτέρωσαν  λοιπόν  τη  θεμελίωση αρτισύστατων  κομματικών  πυρήνων  στον  ελλαδικό  χώρο, τα  οποία  ενδύθηκαν  ονομασία προελεύσεως  προσανατολισμού, αγγλικό-γαλλικό-ρωσικό, και  κατ’ επέκταση  ιδεολογία  συγκλίνουσα  προς  την  προστάτιδα  Δύναμη. Το  ξέσπασμα  της  επαναστάσεως  θέτει  εν  μείζονι   δύο   ισχυρούς  προβληματισμούς. Ανακύπτουν  αφενός    ιδεολογικοί  παροξυσμοί,   οι  οποίοι  χρήζουν  περαιτέρω  μελέτης  και  αφετέρου  η  τοποθέτηση  των  ατόμων  σε  ευρύτερο  πλαίσιο πέρα   από  αυτό  της  περίκλειστης  επαρχίας. Οι  επαναστάτες  βρίσκονται  προ  των  πυλών  σοβαρών  εθνικών  αντιξοοτήτων,  τις  οποίες  καλούνται  να  διεξέρθουν  μέσω  τυπικών  πρακτικών. Η  μετάβαση  από  το  έθνος  σε  κράτος  τυγχάνει  μιας  αλήστου  επιρροής  από   ετερόχθονες  προσωπικότητες  και  επιτάσσει  τη   σύγκληση  εθνοσυνελεύσεων  ώστε  να  προβεί  σε  συγκρότηση  εθνικής  κυβερνήσεως. Ως  απόρροια  αυτών  των  διεργασιών  προκύπτουν  δύο  παρατάξεις  περιβεβλημένες  κραταιά  εξουσία  και  ενστερνιζόμενες  πια  το  λεκτικό  κέλυφος  «κόμμα».  Το  στρατιωτικό  και  το  πολιτικό  κόμμα  εκπροσωπούν  τον  νεόδμητο  κρατικό  μηχανισμό  στις  δύο  σημαντικές  εθνοσυνελεύσεις, «Εθνοσυνέλευση Α’, Επίδαυρος Δεκέμβριος 1821-Ιανουάριος 1822    και  Εθνοσυνέλευση  Β’, Άστρος  Δεκέμβριος  1822»  για  να  οδηγήσουν  το  εξαθλιωμένο  έθνος  σε  δύο  αλλεπάλληλους  εμφυλίους, «Εμφύλιος  Α’, Νοέμβριος  1823-Ιούνιος  1824  και   Εμφύλιος  Β’, Νοέμβριος  1824-Δεκέμβριος 1824.»  
Το  εναρκτήριο  λάκτισμα  μορφοποίησης  κομμάτων  έλκει  σιγά-σιγά  την  καταγωγή  του  αφενός  στις  διδαχές  της  Φιλικής  Εταιρείας,  της  οποίας  τα  σημάδια  αναδεικνύονται  ανεξάλειπτα,  και  αφετέρου  στο  απόγειο  των  εθνικών  συνελεύσεων,  οι  οποίες  προοιωνίζονται  την   ίδρυση  πολιτικών  σχημάτων  χαρακτηριζόμενα  από    ενδεδειγμένες  βλέψεις  και  προσφυής  ελιγμούς.
Ο  καταρτισμός  κομματικών  συνδυασμών  αναφαίνεται  πρόχειρος   με  οργανωτικό   γίγνεσθαι  διττής  ερμηνείας  δεδομένου  ότι  η  σύμπηξη  πολιτικής   συμμαχίας  ερείδεται  τόσο σε  ετερόχθονα όσο  και  σε  αυτόχθονα  μέλη. Ο  ρόλος  πελατειακών  πλεγμάτων  και  επιχώριων  φραξιών  παρεμφαίνεται  αλλά τόσο δυσδιάκριτα  ώστε  να  μην  αποδεικνύεται.  Ακριβέστερα  ειπείν,  πρόκειται  για  επινοήματα  απαλλαγμένα  από  απτή  σύνδεση  με  την  ελληνική  πραγματικότητα. Τουναντίον  πιστευόταν  πως  οι  εκπρόσωποι, αργυρώνητα  ανδρείκελα,  υποστασίωναν   ξενόφερτα  συμφέροντα  και  ουδόλως  ενδιαφέρονταν  για  υποστήριξη, παρά  στοιχειώδη  κι  ενίοτε  αμελητέα,  των  τοπικών  αναγκών.
Εν  αρχή  στοχαστές  διαπνεόμενοι  από  δημοκρατικά  ιδεώδη, σημαίνοντες  άρχοντες  και  στρατιωτικοί  δηλώνουν  τα  αρχηγικά  σύνολα  από  τα  οποία  συγκροτείται  το  αγγλικό  κόμμα. Η   ανεξαρτησία  και  η  αυτονομία  προτάσσεται  ως  θέμα  ύστατης  σημασίας  από  τον  Μαυροκορδάτο,  ο  οποίος,  δηλώνει  απαλλαγμένος  από  μονολιθική  πλάνη,  προτάσσοντας πως  η  έριδα  μεταξύ   των  δύο  μεγάλων  δυνάμεων  της  Αγγλίας  και  της  Γαλλίας  σχετικά  με  την  ανάληψη  της  προστασίας  του  ελλαδικού  χώρου  υποφώσκει  ελπιδοφόρον  συνέπεια.  Ωσαύτως  «επί  δυοίν  αγκύραιν  ορμά»  ενεργώντας  διπλωματικά   ή  διπρόσωπα   ως  επικεφαλής   του  αγγλικού  κόμματος,  πολιτική  συνιστώσα,  η  οποία  δραστηριοποιείται  κυρίως  στην  περιοχή  της  Δυτικής  Ρούμελης,  αλλά  με  διόλου  ευκαταφρόνητα  σπέρματα  στα  νησιά  της  Ύδρας-Σπετσών  και  στον  Μοριά. 
 Στο  εξάμηνο  Οκτώβριος  1831-Απρίλιος  1832   ο   Κωλέττης   παρουσιάζει  το  προζύμι  για  τη  σύνθεση   του  γαλλικού  κόμματος  στο  άρμα  του  οποίου  προσδένονται  στρατιωτικοί  στερεοελλαδίτες  και  πελοποννήσιοι  προεστοί.  Ο  αλυτρωτισμός  και  η  υποστήριξη  των  εξεγερθέντων  συναποτελούν  τις  δύο  βασικές   αφορμές   σύστασης  του  εν  λόγω  εμβρυϊκού  μηχανισμού αλλά  στα   παρασκήνια παγιώνεται  τακτική  υπεράσπισης  συμφερόντων  συγκεκριμένων  οπλαρχηγών  ως  αδιάβλητο  αίτιο.  Ένεκα  τούτου  στον  γαλλικό  πυρήνα  παρεισφρέουν  επ’  ωφελεία  ολόκληρες  οικογενειακές  συμμαχίες  συνδυάζοντας  το  «τερπνόν  μετά  του  ωφελίμου»,  ενώ  η  προσχώρηση  διανοούμενων  σπανίζει.  Η  επιρροή  του  γαλλικού  μετώπου  παρουσιάζει  ένα   άνυσμα,  του  οποίου  το  ένα  άκρο  έχει  τις  ρίζες  του  στην   Ανατολική  Ρούμελη  ενώ  το  άλλο εκτινάσσεται  ως  τα  εδάφη  της  Πελοποννήσου  για  να  ελκύσει  στους   κόλπους  του  επιφανείς    τοπικούς  εύπορους  νοικοκυραίους.
Εν  τέλει  ο  Θεόδωρος  Κολοκοτρώνης,  με  το  ακοίμητο  πάθος  θησαυρισμού  και  την  ασίγαστη  φιλοδοξία  ανάρρησης,  δράττεται  της  ευκαιρίας  απόσυρσης  του  Υψηλάντη  για  να  σφετεριστεί   την  ηγεσία  στις  ομάδες  επαναστατών  και  να  αποτελέσει  το  προπύργιο της  συγκρότησης  του  ρωσικού  κόμματος. Με  τις  πελατειακές  σχέσεις  στο  απόγειό  τους, τεράστιες   εκτάσεις  γης  αποτελούν  «αγρό  του  κεραμέως»,  οι  οποίες  περνούν  στα  χέρια  του  ίδιου  ή  μελών  της  οικογένειάς  του,  για  να  οδηγηθεί  η  περιοχή  υπό  ολιγαρχικό  ή  φεουδαρχικό  καθεστώς.  
Οι  ιδεολογίες  των  κομμάτων, παρόλο  που  υπηρετούσαν  κοινό   στόχο μαχόμενα  εις  το  όνομα  της  απελευθέρωσης  του  έθνους  από   τον  οθωμανικό  ζυγό, άλλοτε  αναφαίνονταν  αποκλίνουσες  και  άλλοτε  συγκλίνουσες. Απολύτως  κατανοητή  η  αποτίμηση,  αφού  η  κάθε  παράταξη  προάσπιζε  αντίπαλα  συμφέροντα  τόσο  σε   εγχώριο  όσο  και  σε  οθνείο  επίπεδο. Το  όραμα  του   φιλελεύθερου  συνταγματισμού,  προωθημένη  αρχή  από  τις αρχές  του  Διαφωτισμού,  είχε  υποθηκευτεί  στο  όνομα  ενδογενών  φατριασμών. Η  ακυβερνησία  έπειτα  από  τη  δολοφονία  του  Καποδίστρια  το  1831  απειλεί  τον  κοινό  παρονομαστή  για  τον  ενδεδειγμένο  συγκερασμό  αντιλήψεων.  Με  τη  βαυαρική  κυριαρχία    στην  εξουσία   η  αποφόρτιση  δεν  διασφαλίζεται  αλλά    μάλλον  εντείνεται,  με  αποπέμψεις  ισχυρών  κι  έγκριτων  παραγόντων, κάτι  που  πυροδοτεί  συλλήβδην   αντίπραξη   και  εντάσεις. Οδηγείται  η  χώρα  σε  διαμόρφωση  ενός  δυσχερούς  κλίματος,  το  οποίο  επικεντρώνει τις  πολιτικές-κοινωνικές του δυνάμεις τόσο  σε  αναβίωση  θρησκευτικών  κατάλοιπων  όσο  και  σε  απόδειξη  εθνικής  ταυτότητας  και  ενότητας.
Στις  6  Φεβρουαρίου  1833  κατέρχεται  από  την  αγγλική  φρεγάτα  Μαδαγασκάρη  ο  βαυαρικής  καταγωγής  Όθων,  ετών  δεκαεπτά, στο  Ναύπλιο,  λιμάνι  του  ελληνικού  κράτους.  Εν  μέσω  ευάρεστου  συναισθήματος  και  χαρμόσυνων  επευφημιών   ο  πολύτλας  ελληνικός  λαός  υποδέχεται  τον  νεοσύλλεκτο  μονάρχη  και  την  τριμερή  επιτροπή,    προσμένοντας   μία  εύρωστη  παλινόρθωση,  ικανή  να  επιφέρει   εσωτερική  ηρεμία,  αίγλη  νεότευκτης  αυτονομίας  και περιφρούρηση  του  νεογέννητου  κρατικού  σχήματος.  Ο  απόηχος  ωστόσο  των  εορτασμών  δεν  προμήνυε  τίποτα  λιγότερο  από  μία  στερρά  απόφαση  των  Δυνάμεων  ιδρύσεως  ενός  κηδεμονευόμενου  κρατιδίου, το  οποίο  θα  υπάκουε  υπό  το  κράτος  της  υποχρεωτικής  εν  ανάγκη  πειθούς,  στα  κελεύσματα   της  απολυταρχικής    αντιβασιλείας
Η  επιλογή  του  βαυαρού  μονάρχη   προωθείται  προσηκόντως   μέσω  μιας  αδιαμφισβήτητης  διττής  επιχειρηματολογίας. Αφενός  αποφεύγεται  η  εριστική  αναμέτρηση  μεταξύ  των  τριών  υπέρτερων  Δυνάμεων,  αφού  αποκλείονται  επιμελώς  από  την  ανάρρηση. Αφετέρου  εκάστη  των  Δυνάμεων  ήταν  αναπότρεπτα  συνδεδεμένη  με  ένα  εκ  των  τριών  ελληνικών  κομμάτων,  κατά  συνέπεια  διακυβευόταν  πασίδηλη  επισφάλεια,  η  οποία  θα  υπονόμευε  την  αυτοτέλεια  κεντρικής  εξουσίας. Ειρήσθω  εν  παρόδω  δόκιμο  θα  ήταν  να  αναφερθούν  οι  επιδιώξεις  της  απολυταρχίας,  στην  οποία  επαφίεντο  ο  εξευρωπαϊσμός  της  Ελλάδας  μεν  και  η  περισταλτική  κατ’  αρχάς  αλλά  κατασταλτική  σε  βάθος  χρόνου  ποδηγέτηση  της  κομματικής  δραστηριότητας  στην  περιοχή.    
Αξιοσημείωτη  ήταν  η  μέριμνα  εγκαθιδρύσεως  ενός  συλλογικού  οργάνου  ως  σαφές  επισφράγισμα   ευνομίας   και  δυναστικής  υπεροχής. Προχωρά  λοιπόν  σε  ενθετική  τοποθέτηση  οθνείων  επιτετραμμένων  σε  καίριες  θέσεις  του  κυβερνητικού  πλέγματος,  κίνηση  από  την  οποία  εκπίπτει   το  «ανακτοβούλιον»,  το  οποίο  συγκαταριθμεί  με  τρόπο  υπερσυγκεντρωτικό  όλους  τους   επιμέρους  μηχανισμούς  προσβλέποντας    σε  διασφάλιση   αυτάρκειας  και  περιθωριοποίησης  των  κομμάτων. Πράγματι  οι  άρτι  αφιχθέντες  ηγεμόνες  προσεταιρίζονται  την  αγγλική  και  τη  γαλλική  παράταξη  προσφέροντάς  τους  αξιώματα  μεν  πλήρως  ελεγχόμενα  δε.  Στον  αντίποδα  θέτει  εκποδών  τον  ρωσικό  πυρήνα   εποφθαλμιώντας  σε  εκ  βάθρων  εξουδετέρωσή  του.   Ωσαύτως  η  τακτική  αναφλέγει  την  ακατεύναστη  οργή   των  Ελλήνων,  οι οποίοι  ενώ  οραματίζονταν  αποτίναξη  ξενικού  ζυγού  και   θέσπιση  Συντάγματος  έρχονται  αντιμέτωποι  με   κατάργηση  εθνοσυνελεύσεων,  συρρίκνωση   τοπικών  αυτοδιοικητικών  δικαιωμάτων,  απολύσεις  ημετέρων  κι  εκπροσώπων  εκάστοτε  φατρίας  από  ισχυρές  θέσεις  και  υποστολή  ιδιοτελών  απαιτήσεων.   
Η  αντιβασιλεία  ενωτιζόταν  το  διττό  σκοπούμενο  της  ύπαρξής  της. Οι  πελατειακές  παραφυάδες, διαμετρικά  αντίθετων  συμφερόντων,  όφειλαν  να  ενοποιηθούν  σε  ομόγνωμο  κλοιό  περιμετρικά  της  σκληρής  δεσποτικής  βάσεως  με  κοινό  στόχο  το  δρεπάνισμα  αγλαών  καρπών  σε  επίπεδο  εθνικό. Επομένως  πρώτιστο  καθήκον  ήταν  η   φαλκίδευση   των  κομμάτων  λόγω  της  εξωμοτικής  τους  ανυπακοής. Ακρογωνιαίος  λίθος  προς επίτευξη  στόχου   θεωρείται   η  εφαρμογή  πενταμερούς  χάραξης  συντελεστικών  μοχλών. Δεν  εγκρίνεται  η  ύπαρξη  κομματικών  συνιστωσών, αναχαιτίζονται  ιθύνοντα  στελέχη  από  τις  επάλξεις  τους, ενθαρρύνεται  η  απλή  διοικητική  αντιπροσώπευση των  κομματικών  συνόλων, υιοθετείται δριμεία  πάταξη  οιασδήποτε  απείθειας  και  τέλος   ενδυναμώνεται  η  τάση  απομονωτισμού  ξενικών παρεισδύσεων. Για να αποφύγει την  υπεισέλευση  αντιποίνων  περιόρισε  τις  εξέχουσες  προσωπικότητες  σε  επαρχιακή-μεταθετική  δραστηριότητα  απαγορεύοντάς  τους αφενός  παγίωση  προσωπικής  εμβέλειας και  αφετέρου  πιθανή  ενσφήνωση  στο   υπουργικό  συμβούλιο  του  οποίου  η  σύσταση  στοιχειοθετήθηκε  σε  ετερόχθονες   μορφές.
 Ο  Μαυροκορδάτος  από  τον  προμαχώνα  του   αγγλικού  κόμματος  και  την  κατοχύρωση  της  θέσεως  του  προέδρου  στο  Υπουργικό  Συμβούλιο  εμφανίζεται  υπέρμαχος  του  γραπτού  Συντάγματος   και  της  διάσπασης  του  θεσμού  του  «ανακτοβουλίου»  πρεσβεύοντας  ταυτοχρόνως  την  πληρεξουσιότητα  μιας  έγκυρης  κυβερνήσεως  τόσο  όσον  αφορά  σε  διακυβέρνηση  όσο  και  σε  δικαίωμα   αρνησικυρίας  ή  σε   ανάληψη αποφάσεων  σχετικά  με  φορολογικά  αλλά  και  προϋπολογιστικά  θέματα.  Επιπροσθέτως  οπτασιάζεται  την  απαλλαγή  του  στρατεύματος  από  βαυαρικές  εμφιλοχωρήσεις  και  την   αναίμακτη  προσχώρηση  της  Εκκλησίας  στο  κράτος,  διατεινόμενος  τόσο  το  ακαταστρατήγητο  του  φρονήματος  όσο  και    το  αυτοκέφαλο  της  θρησκευτικής  διδασκαλίας.
 Το  ομόδοξον  και   η  απόσειση  του  ισλαμικού  βαριδίου  αποτέλεσαν   νευραλγικούς  τομείς  προς  αγκύρωση  στη  Δύναμη  της  Ρωσίας. Επιπλέον  οι  αρτηριοσκληρωτικοί  αναχρονιστές  τόσο  σε  πολιτικό  όσο  σε  θρησκευτικό  βαθμό  αποφόρτωναν  τις  απορρέουσες  φοβίες  από  πιθανή  εκσυγχρονιστική  ανάταξη. Τα  χαμηλά  στρώματα ευκόλως  ομοψήφησαν  αγνοώντας  τις  αδιαφανείς  διαδικασίες,  οι  οποίες  δεν  προσυπόγραφαν  επισήμως    τη  θέσπιση  συντάγματος  παρά  σε  περιόδους  που  διακυβεύονταν   συμφέροντα  των  υψηλά  ιστάμενων  στην  ιεραρχία  του  ρωσικού  κόμματος.  Το  κομβικό  σημείο  της  αναζήτησης  της  εν  λόγω  παράταξης  καθίστατο  ο  κατάλληλος  εταίρος  προς  διαπίστευμα βαθυπρόθεσμης  εξωτερικής  πολιτικής.
 Αναμφίβολα  το  αγγλικό  αντιδιαστέλλετο   του  ρωσικού  κόμματος, αντικρουόμενοι  αλλά  αποκρυσταλλωμένοι  πυλώνες,  ανάμεσα  στους  οποίους  το  γαλλικό  κόμμα  αναδύεται  ως  εμβαλωτική  λύση  διαστέλλοντας  τις  αντίρροπες  κοινωνικές   προσδοκίες. Αναφύεται  στα  ακανθώδη  προπύργια  αρματωλών-οπλαρχηγών  και  καλείται  να  συγκεράσει  πολυειδή  ιδεολογήματα,  τα  οποία   ερείδονται  σε   έωλες-ακριτοεπείς  μεγαλαυχίες  μεν,  αδαημοσύνη  σχετικά  με  τις  διπλωματικές  βυσσοδομίες  δε.  Στοχεύει,  ρητορεύοντας  θα  έλεγε  κανείς, σε  αναβίωση  της  «Μεγάλης  Ιδέας», προοιωνίζεται  απέλαση  επήλυδων  αρμοδίων  αναδαυλίζοντας  αρειμάνιο  σχέδιο  αλυτρωτισμού, αντίθεση  σε  εθνική  υποτέλεια  σε επίβουλα  ξενικά   κλιμάκια,  τα  οποία  νοσφίζονται  δημόσια  αξιώματα  χωρίς  πρότερη  έντιμη  συμμετοχή  στον  απελευθερωτικό  αγώνα. Οι  οπαδοί  ενστερνίζονται  στρεβλή  αντίληψη  συνταγματικής  κατοχύρωσης  και  εγκαθίδρυση  πανίσχυρης  εκτελεστικής  εξουσίας  αφού  το   επίσημο   καταστατικό   της   παράταξης  αμφιταλαντεύεται  σε  υποστήριξη   απόδοσης  εξουσιών  στο  εθνικό  Σύνταγμα  ή  στον  μονάρχη. Τέλος  η  πελατειακή  τακτική  νεκρανασταίνεται  «αβρόχοις  ποσί»  με   τη  συνηγορία  σε  αναξιοκρατία, καταπάτηση νόμων  και  πατερναλιστική  ποδηγέτηση.  
 Στην  αναδρομή  αποκρυπτογραφήθηκε  η  μετάβαση  από  την  οικογενειακή  φατρία  στο  ευρύτερο  εθνικό  κόμμα. Αποσαφηνίστηκε  η   κοινωνική  κατάσταση κατά  την  περίοδο  της  αντιβασιλείας  στην  ελληνική  επικράτεια,  υπαίτια  εξύφανσης  συγκεκριμένων  πολιτικών  πρακτικών,  και  αναλύθηκε  η  χάλκευση  εκ  μέρους  των  Μεγάλων  Δυνάμεων  προς  προσηλυτισμό  αδαών  και  μη  οπαδών. Εφεξής  έγινε  απόπειρα  να  ερμηνευτεί   η  κομματική  μηχανή  και  ο  τρόπος  με  τον  οποίο    παρενείρει  το  ίδιον  όφελος  ορίζοντάς  το  ως  κοινό  και  περιάγοντας  σε  σύγχυση  τις  λαϊκές  μάζες. Αρχικά,  ακόπως  τεκμαίρεται,  πως  ο  βηματισμός κανενός  εκ  των  τριών  κομμάτων δεν εμβαλλόταν από επαναστατική βούληση. Ετεροκίνητα, αυτόχθονες  ή  ετερόχθονες, πρόσωπα   αποφαίνονταν  δίκην  εμπειρογνώμονες  υπό  τα  όμματα  απλοϊκών  ανθρώπων. 
«Η κοινωνία προετοιμάζει το έγκλημα. Ο εγκληματίας το διαπράττει»    ( Hugo )
Ας μην ξεχνούμε πως οι κρατούντες είναι εκείνοι που σπέρνουν την ανομία... Οι ίδιοι χυδαία και ανερυθρίαστα, εξαπολύουν αποστολές πάταξής της. Από χρονική  απόσταση  σχεδόν  διακοσίων  ετών,  ευχερώς  συμπεραίνεται  το  αναλλοίωτο  ύφος  των  κομμάτων,  το  οποίο  αντικατοπτρίζει  την  κοινωνική  πολυδιάσπαση  και  την  απουσία  σύμπνοιας. Η  διχόνοια  επικρέμαται  σαν  δαμόκλειος  σπάθη  και  δεν  θα  μπορούσε  να  λειτουργήσει  παρά  προς  όφελος εξωγενών  παραγόντων. Ο  οικονομικός  και  πολιτικός  εξαρτησιακός  χαρακτήρας  του  τόπου  αποτυπώνεται  σε  κάθε  έκφανση. Οι  έγγειες  πρόσοδοι  δημεύονται λοιπόν μέσω  της  υποθήκευσης  ελληνικών  γαιών  ή  ευρύτερων  πλουτοπαραγωγικών  πόρων ως  εχέγγυο  του  εξωτερικού  χρέους  εξωθώντας  έναν  λαό  σε  συνεχιζόμενη  ένδεια. Εντεύθεν συνάγεται  η  αδυναμία  λήψης  λυσιτελών  μέτρων  και  περαιτέρω  ανακούφιση. Από  μετριοπαθές  μετερίζι  οι  σημερινοί  κομματικοί  πυλώνες  αναμοχλεύουν  την  πανεθνική  οργή  χωρίς  να  διευθετούν  το  παραμένον  πρόβλημα. Το  Σύνταγμα, ως  ακροτελεύτιο  επιμύθιο, δεν  δύναται  να  εξομαλύνει  την  περιρρέουσα  εκτράχυνση. 
Η καθημερινότητά μας διαστίζεται από περιορισμούς, οι οποίοι δεν αφήνουν περιθώρια αρμονικής διαμόρφωσης του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η επιβολή πολιτικών  στερεοτύπων στηρίζει αυτή  τη  νοσηρή παθογένεια, η  οποία  συνθλίβει  κι εξαιρεί κάθε αποκλίνουσα θέση. Η ιδιοτέλεια και η αδυναμία αναγνώρισης ακέραιων μορφών περιθωριοποιεί την καθαρότητα και την ευθύτητα. Εφήμερες προσωπικότητες στο  κοινωνικό-καλλιτεχνικό πάνθεο αναδύονται και καταποντίζονται ως άλλοι «διάττοντες  αστέρες» αδυνατώντας να συμβάλλουν στην εξέλιξη του  συνόλου  αλλά  απορροφώντας  ωστόσο  το  ενδιαφέρον  του  κοινού  τη  στιγμή  που  στο  πολιτικό  στερέωμα   καρεκλοκένταυροι  νέμονται  την  εξουσία και  καπηλεύονται τα  εθνικά  συμφέροντα απεμπολώντας κάθε ηθικό φραγμό. Η καταβαράθρωση της ανθρώπινης αξίας  επισύρει  αφενός  αναβίωση  πελατειακών  σχέσεων, οι οποίες ερείδονται σε υστεροβουλία   με  την έπαρση απόκτησης κοινωνικού κύρους και εξουσίας   να  κατέχουν την πρώτη θέση,  ανεπανόρθωτη  παγίωση  τάσεων   εγωκεντρισμού  αφετέρου.
Η εποχή μας μπορεί να χαρακτηριστεί ως μεταβατική. Ένας κοινωνικός τραγέλαφος μέσα στον οποίο ζει και κινείται ο πολίτης, του οποίου   τόσο  η αξία  όσο  και  τα  πολιτικά  του  δικαιώματα χάνονται στα γρανάζια του υλισμού και της μονομερούς ανταγωνιστικής αλλοτρίωσης. Ουτοπική προσέγγιση θα φάνταζε μια μορφή αναρχίας, παρότι παρεξηγημένος ως όρος, όπου κάθε πολίτης έχει επιτύχει τόσο υψηλό επίπεδο μόρφωσης ώστε να σέβεται αυτοβούλως πρώτα τον εαυτό του, τους άγραφους ηθικούς νομούς και έπειτα τους συμπολίτες του. Συνεπώς η ευνομία θα απορρέει αβίαστα. Ο όρος επάγγελμα θα αντικατασταθεί από τον όρο λειτούργημα σε όλους τους τομείς, το οποίο θα κινείται σε  πλαίσιο ανταλλακτικής οικονομίας εξοβελίζοντας χρηματικές αμοιβές ως κρίκους συναλλαγών  αλλά  και  υποτιμητικά προσκυνήματα  προς  εύρεση  απασχόλησης  ή  διεκπεραίωσης  προσωπικών  εκκρεμοτήτων. Για ποιον λόγο τότε λοιπόν οι άνθρωποι   ζώντας  σε  αδελφοποιημένο  περιβάλλον,  όπου  οι  θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικοποίησης και της δημοκρατίας,  όπως η μεθοδευμένη αντίδραση με συλλογικότητα, αλληλεγγύη και ομαδικό πνεύμα,  και   έχοντας εξασφαλίσει όλες τους τις βασικές ανάγκες να μην ζουν αρμονικά;  Στην  παράσταση  που  ονομάζεται  εκλογές  και  ανεξάρτητη  διακυβέρνηση  οι  ψηφοφόροι  είναι  οι  θιασώτες,  οι οποίοι  ανατρέχοντας  στα  ιστορικά  λάθη  του  παρελθόντος   και   ακολουθώντας  τη  μαιευτική,  μέθοδος  γνωστικής  αναγωγής  του  μεγάλου  φιλοσόφου  Σωκράτη,   θα  καταλήξουν  στα  ορθά  συμπεράσματα.

Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου