Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017



Ο βράχος και η θάλασσα



Ένα  υπέροχο  διήγημα  του  Πέτρου  Αργυρίου,  
απ'  τη  συλλογή  «Πρόσωπα-Ζώα-Πράματα»





Ήταν φυτεμένος κάθετα στην άμμο. Ήταν ένας βράχος. Ένα πλάσμα που αγκάλιαζε τον εαυτό του τόσο σφιχτά που είχε πετρώσει.
Δεν ήταν απλά ένας βράχος.
Ήταν ένας τυχερός βράχος.
Είχε την τύχη να φυτευτεί δίπλα στη θάλασσα.
Ο βράχος προσπαθούσε να είναι σκληρός απέναντί της, να μην ενδίδει. Πως να το κάνουμε; Βράχος ήταν.
Μα κάθε φορά που εκείνη τον έγλυφε με τους αφρούς της, κάθε φορά που του ‘φερνε για δώρα φύκια και τον στόλιζε με αυτά… ο βράχος έλιωνε σιγά-σιγά μέσα του.
Ακόμη κι αν φαινόταν γελοίος στους άλλους έτσι με τα φύκια πάνω του, την αγαπούσε. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ακόμη και όταν αυτή ξεσπούσε πάνω του με όλη της τη μανία, με τα α πιο τρομερά της κύματα, αυτός την αγαπούσε. Βράχος ήταν, άντεχε.
Η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο το άντεχε, το λάτρευε. Όταν τα κύματά της τον κατάπιναν είχε την ευκαιρία να δει μέσα της.
Και έβγαινε από τη φουρτούνα ανέπαφος και πιο όμορφος ακόμη. Είχε δει τα υγρά σπλάχνα της αγαπημένης του.
Για όλες αυτές τις χάρες και τις χαρές της θάλασσας, ο βράχος δεχόταν μερικούς μικρούς εξευτελισμούς.
Τα θαλασσοπούλια που κουτσουλούσαν το κεφάλι του.
Τις πεταλίδες που τον καταπατούσαν κι ας κάναν ότι του μοιάζαν κρυμμένες πίσω από εύθραυστα κελύφη.
«Πιο χίπης πεθαίνεις» σκέφτηκε ο βράχος και γέλασε από μέσα του καλοκάγαθα.
Μόνο από μέσα τους μπορούν να χαμογελάσουν οι βράχοι. Να μη φανεί ποτέ ότι είναι λιγότερο σκληροί απ’ όσο φαίνονται.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, έτσι περνούσαν οι αιώνες. Σε αντίθεση με τα έμβια, με τα χρόνια ο βράχος δεν μεγάλωνε, μίκραινε.
Η θάλασσα δεν του ‘δινε μονάχα, του ‘παιρνε κιόλας. Μικρά αδιόρατα ξύσματά του.
Ήταν ένα παγωτό από πέτρα για αυτήν. Τον έλιωνε και τον απολάμβανε με τους αιώνες.
Κάποτε από τον βράχο δεν θα απέμενε παρά μόνο μια πέτρα. Καλογυαλισμένη, λιασμένη.
Ένα παιδί θα την έπαιρνε στα χέρια του, Θα την χάιδευε. Θα τη ζύγιαζε. Θα την εκτόξευε, να κάνει γκελ στη θάλασσα.
Και η ψυχή του βράχου, η πέτρα, θα χόρευε πάνω στο δέρμα της αγαπημένης του για να βυθιστεί με περισσή ηδονή-χαρά κι ανακούφιση μέσα της, αιώνια να ταξιδεύει αυτός που κάποτε δεν τολμούσε να το κουνήσει ρούπι…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου