Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Η  θάλασσα  κι  ο  βράχος...


Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.






Η απέραντη έκτασή της ενείχε κινήσεις εξαιρετικά ταχείς ή εξαιρετικά ληθαργικές.
Ήταν η φυσική ομορφιά που επηρέαζε τη διάθεση της ανθρωπότητας, χωρίς να εκφράζεται πάντα ξεκάθαρα, παράγοντας πότε σύγχυση πότε αμφιβολία.
Η αγκάλη της δεν ήταν παρά η συνάθροιση φόβων των κυημάτων της.
Η συνεισφορά της στην εύρυθμη του πλανήτη λειτουργία δονούσε συγγραφέων περιεχόμενα, οι οποίοι αυτοανακηρύσσονταν ιδιαίτεροι ή περίεργοι.
Σε άρρητες συντεταγμένες της επικράτειάς της είχε φυτευτεί ένας βράχος, που απορροφημένος στη φροντίδα της τραχύτητάς του, επαίρετο για την ικανότητά του να μην ενδίδει στα χάδια της.
Την θύμωναν τα αυτοματοποιημένα συμπλέγματά του και μ’ αφρώδη λειχήματα προσπαθούσε να τα γελοιοποιήσει. Φύκια επιστράτευε να διεισδύσουν στην κάθε ανέλεγκτη σχισμή. Κι η μανία της σηματωρός, πως η επιθυμία είχε φτάσει σε επίπεδο ασταθούς ισορροπίας.
Κι όσο εκείνος άντεχε, την αυτοσυνείδησή της ηλέκτριζε ολοκληρωτικά, τη μορφή της να παλινορθώσει με τρόπο θετικό, ανοίκεια φυλακίζοντάς τον στις σπηλιές της, μα δίνοντάς του εκούσια την ευκαιρία να περιπλανηθεί στο δαιδαλώδες των ανατομικών της λεπτομερειών, όπου η αρχέγονη ελλόχευε ηδονή.
Κερδισμένη ένιωθε να τον βλέπει ν’ αναδύεται απονήρευτος μα κατάφορτος από πεταλίδες διαβρωτικές, που θ’ άρχιζαν ν’ αποδομούν τ’ άκαμπτου τις εκφάνσεις. Οποία απόλαυση οι μεταμορφώσεις του στο διηνεκές, που νόημα έδιναν στην παλιρροϊκή της όψη με τις κυκλοτερείς προθέσεις.
Και εν τέλει μόνο μιαν αντανάκλαση θα επιβεβαίωνε το καλογυαλισμένο της συρρίκνωσής του, έρμαιο στο παιγνιώδες ύφος ενός μικρού παιδιού.
Κι όταν ύστερα από αιώνες, ένας Αβορίγινας θα πλανιόταν σε δάση τροπικά, όπου ύδατα και λιάνες συνυπάρχουν, εκστατικά θα θώπευε το μικρό βότσαλο που είχε επιτέλους μάθει να ταξιδεύει μέσα της χωρίς να φοβάται τους παράξενους θορύβους και το πετάρισμα της χαράς…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου