Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017




Ποιητικό  Δοκίμιο

Απροσδιόριστη  ημερομηνία

Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη

Αποτέλεσμα εικόνας για ανθρωπινη μνημη  εικονες

Αγαπημένε   οδοιπόρε,


Σώπασες,  κι  από  μακρυά  με  κοιτάς.
Εις  μέλαθρον μονοπολικό,  τα  λοίσθια  να  πνέω   σε  μανδαρίνους ανάμεσα,  φράκο  φορώντας  μεγαλοσχημίας  και  παπούτσια  αστραφτερά. 
Τι  κι  αν  τα  ερείσματα  είναι  πήλινα  αφού στο  κίβδηλο η  συνείδηση   προσαρμόστηκε  κι  απ’  το  ορθολογιστικό  οικοδόμημα  να  δραπετεύσει  δεν  δύναται.  Η  ελευθερία  μου…  λίβελλος  που  στην  κόλαση  του  προκρούστη  με λεονταρισμό απαράμιλλο  τσουλούν,  παραγωγικότητα  και  πρόοδος, ίδιοι  ληστοσυμμορίτες  ιοβόλοι  και  πόσο  εύκολα  στη  διακεκαυμένη  κι  εμένα   αιχμαλωτίζουν  ζώνη…
Και  δεν  ξέρω  αν  πρέπει  τα  προτερήματά  τους  να  ορέγομαι  ή  την  προοπτική  τους να  σκιάζομαι.
Και  δεν  ξέρω  αν  κονταροχτυπιέμαι  με  την  πέτρινη  συντροφιά  τους  ή  αν  την  ψυχή  μου  στον  Διάβολο  πουλώ,  έτσι περιστρεφόμενη  γύρω  απ’  τον  μικρό  μου  πάσσαλο  ή  ακόμη-ακόμη  αν  ο  διακτινισμός  μου  ευθυγραμμίζεται  με  της  πεντάλφας  τα  λικνίσματα,  που  νωχελικά  της  αμάθειας  τ’  αμπέχονο  φλερτάρουν…
Και  πόσο  θλίβομαι,  επειδή  υποχρεωμένη  να  βακχεύομαι  είμαι, στη  σαγήνη  των  μυστηριακών  τους  τελετών,  κι  επειδή  οι  περιστάσεις  τ’  ορμέμφυτο  μου  διαπλάθουν  χωρίς  το  παραμικρό  ίχνος  άμεσης  δυνάστευσης  αλλά  φιλεύοντας  τη  φενάκη  μου  μ’ ευαρέσκεια  ηθική.  Κι  όπως  ο  χρόνος  ξετυλίγεται  κάτω  απ’  της  ρεπούμπλικας  το  χαφιεδισμό  και  το  κέρδος  σύρραξης  προοιώνισμα  π’  ανακλαδίζεται  σε  δάφνες,  αν  τ’  ανάστημά  μου    κοντύτερο  απ’  το   δικό  τους  είναι,  απλά  αναρωτιέμαι.  Κι  απ’  το  κουρελιασμένο  μου  κουφάρι,  ίσα  ν’  αναβλύζουν  οι  πόροι  του  δέρματος  μιαν  υπόφαιη   βουβή  αποδοκιμασία, απλά  παρατηρώ.  Μα  τα μάτια ποτέ  δεν τρέχουν…
Και  μέσα  στην  ψευδοπολιτισμική  δεξαμενή  η  ελπίδα  ανακινεί  ή  αλιεύει  τη  στρατολόγησή  μου,  με  βραχύνσεις  σκόπιμες  στον  λόγο, την  αδιάπτωτη  να  πλήξουν  προσοχή  μου,  σαν  παστίλιες   αναισθητικές  που  τις  μασουλάς  και  δεν  ξέρεις  αν  θ’  αποκηρύξεις  την  όψη  ή  τη  λαλιά  σου, και  δεν  ξέρεις  αν  μεριμνώντας  ή  αγνοώντας  οικτιρμό  ξεσηκώνεις  στης  ισχύος  την  ευσπλαχνία. 
Κι  έξω  στη  δροσοβολιά  της  μέρας  το  στραφτάλισμα  να  σκορπίζεται   του  Ήλιου. 
Και  μέσα  καταμαδημένη  κι  ακέραιη  σε  γούβα  μνήμης  αΐδιου  την  εσχατιά  να  ψαύω, αφού  η  σκέψη  ως  προς  την  κρυσταλλική  της μόνο μορφή ισομορφισμό  παρουσιάζει  μη  και  τον  απολυταρχισμό  αποφύγει.
Κι  αφού  τάσεις  αντικρουόμενες  υπέρτερα  θριαμβεύουν  σ’  αποθηρίωση  εξωθώντας, της  διαχρονίας  η  έπαρση   αψήφιστα  βαδίζει   σε  κρούστα  πάνω  λεπτή  διότι  αν  η  εξουσία  είναι  αφροδισιακό   ο  φόβος  ισχυρό  ελιξίριο  εστί, κι  η  αμφιβολία  δύναμη  ικανή,    εκθεμελιωτική  να  γονιμοποιήσει  κρίση.
Κι  όπως  οι  κινήσεις  μου   υπαγορεύονται  κι  η  υποτέλεια  μιαν  ευφορία  γεννά  π’  απρόσκοπτα  και  πάραυτα  εκτροχιάζεται   σε  πλαίσιο  δυστυχίας, ένα  καζάνι  θωρώ  σιμά  μεγάλο  να  κοχλάζει  κι  η  προσωπίδα  μου  στο  εδώλιο  του  κατηγορουμένου  μ’ απορία   να  κοιτάζει  τις  στημένες  στον  χόχλο  αρχαιρεσίες!
Ψύχος  ενέσκηψε  ανεπιεικούς  ετυμηγορίας 
Ουκ  οίδα  τον  εαυτό  μου…
Και  στο  καζάνι  πέφτω,  έτσι  να  φουσκαλιάσει  ο  βρασμός,  σαν  κήνσορας  ημιμαθής,   την  επίορκη  τόλμη,  πριν  ο  βάλτος   τη  γλοιώδη  πράσινη  μπέρτα  του  απλώσει  ξανά,  κι  οι  συγκολλητικές  ουσίες  δεν  ξέρω  αν  αρκούν  να  μ’  οδηγήσουν  πέρα  απ’  το  σημείο  θραύσης  μου.
Κι  ήξερα  πως  μόνο  του  κάστρου  η  αγκάλη  θα  με  δεχόταν,  μέσα  στον  εσωτερικό,  τρίτο  κύκλο  του  να  χαθώ  και  να  χάσω  κι  όλων  τα  ίχνη.
Κι  όπως  εφώναζα,  στην  ερημιά  κρυμμένη, δαιμόνια, κρυμμένα  κι  αυτά,  της  Ηχούς  υποκινούσαν  τις  διαθλάσεις  κι  αγκάθια  στου  λογισμού  μου την   αραχνοΰφαντη φύτευαν   μπόλια…
Κι  όπως  οι  σκέψεις, της  αμαρτίας  έφλεγαν  το  πολυπλόκαμο και  στ’  ασυνειδήτου  το  ησυχαστήριο   απαλά  φευγατίζονταν,   η  νύχτα  ανεξευμένιστη  στης  αφωνίας  της πνιγόταν  την  ορμή, 
 Η  νύχτα  ή  εγώ  στης  παγωνιάς  κρυβόταν  τ’   αμετάθετο;
Ο  ένας  κρυμμένος  πάντως  τον  άλλον  εντόπιζε,  σε  σιωπής  βοστρύχους  να  ενοικεί,  και  το  εύθραυστο  να  γυρεύει,  κείνο  που    του  βυθού  αναμοχλεύει  τη  θολούρα,  στην  αθέατη  γύμνια  ρήσεων ασαφών.
Κι  άμμο  ψιλοκοσκινισμένη    πέταξα  με  φτυάρι, να   καλύψω  την  επώνυμη  τ’  ονείρου  μου   ντροπή   που  στου   μυαλού   τ’   αόρατα   αυλάκια  μ’  άνεση  ροβολούσε, κι  ίσως  να   ενταφιάσω  το    λίγο   στου   θρήνου   την   ωμότητα…
Κι  οργισμένη  δεν  ήμουν,  μόνο  αμίλητη.
Επειδή  όσο  πάλεψα  για  τη  συνομιλία,  τώρα  δεν  την  καταδέχομαι. 
Εκδικούμαι! 
Αυτήν  και  τον  εαυτό  μου, π’ ευχερώς  ενστερνίστηκε  το  «Ζωή είναι θα  περάσει!»   Και  δεν  κρύφτηκε  παρά  πίσω απ’ αυτό.
Και  πως πορεύεται
Νομίζει…












*Ποιητικό  δοκίμιο,  το  οποίο  αφορά  στην  υπαρξιακή  μοναξιά  του  ανθρώπου  και  στην  απόγνωση  του  Πολίτη.  Η  συγγραφέας  συνομιλεί  με  τον  εαυτό  της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου