Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Άρθρο


Εκ  του  Μηδενισμού  ο  Ολισμός…


 «On  cherche  le  lieu  et  la  formule  qui  permettrait  de  posséder  la  vérité  dans  une  âme  et  un  corps…»
Rimbaud


Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη


Στα  τέλη  του  19ου  αιώνα  ο  Nietzsche  έψαχνε    μέρα  μεσημέρι  με  φανό  τον  σκοτωμένο  Θεό,  καταδεικνύοντας  τα  έργα  του  ανθρώπου  και  προσπαθώντας  να   ευαισθητοποιήσει  την  ομήγυρη  για  το  αγεφύρωτο  χάσμα  που  θα  προέκυπτε  ανάμεσα  στον  άνθρωπο  και  στην  ύπαρξή  του.  Ο  Rimbaud,  κινούμενος  στο  ίδιο  μήκος  κύματος,  αναζητούσε  ένα  σώμα  και  μια  ψυχή  να  τους  εμφυσήσει  την  «Αλήθεια».  Προμάντευε  τον  αιώνα  των  στυγερών  δολοφόνων,  εστιάζοντας  στα  διαβρωτικά  συμπαρομαρτούντα  της  θεωρίας  του  Μηδενισμού. Σε  καμία  περίπτωση  δεν  θα  έπρεπε  να  παρερμηνεύσουμε  τη  λογική  των  δύο  αυτών  υψιπετών  πνευμάτων  σαν  παθογόνο  προσήλωση  σε  θρησκευτική  κοσμοαντίληψη.  

Τίποτα  δεν   απεφεύχθη  και  στο  πρωτόπλασμα  των  μελλοντικών  γενιών,  οι  οποίες  έρχονται  αντιμέτωπες    με    το  αμαυρωμένο  κέλυφος  του  κόσμου,  καταγράφεται  η  απόλυτη  ανωνυμία  κι  απαλλοτρίωση.  Σε  αντίθεση  με  τους  παππούδες  τους,  δεν  έχουν  να  παλέψουν  ενάντια  στη  λαίλαπα  του  πολέμου.  Η  αντίθεσή  τους  δηλώνεται  επίσης  διαμετρική  με  τη  θέση  των  γονιών  τους,  οι  οποίοι  αγωνιούσαν  να  κατανοήσουν  το  ομιχλώδες  φάσμα  του  ολοκληρωτισμού,  χωρίς  να  αντιλαμβάνονται  επακριβώς  τις  κυκλοτερείς  κινήσεις  του  περιγράμματος  ή  να  οριοθετούν  τα  παρεπόμενά  του. 

Η  «Πολιτεία»   αποτελεί   ένα  νομικό  κατασκεύασμα  χωρίς  υπόσταση,  απ’  όπου  δεν  μπορεί  να  απορρεύσουν  παρά  πυορροούντες  τραυματισμένοι  κλάδοι.  Αλυσωτές  κοινωνικές   αποσταθεροποιήσεις  κλυδωνίζουν  τον  σκελετό  του  «Κόσμου», συνιστώντας  έναν  καλοσχεδιασμένο  Καιάδα,  μέσα  στον  οποίο  δεν  ρίπτονται  πια  κακούργοι  ή  αιχμάλωτοι  πολέμου  όπως  στην  Αρχαία  Σπάρτη,  αλλά  οι   νέοι  βλαστοί   που  κατευθύνονται  αφ’  ενός    προς  εκτέλεση  του    αρχέγονου   χρέους  της  διαιώνισης  του  ανθρώπινου  είδους,  και  αφ’  ετέρου  της  εκπλήρωσης   πάσης  φύσεως  επιταγών.  Το  πρόταγμα  των   διαδοχικών  αλλαγών,  οι  οποίες  δεν  επαληθεύουν  στο  ελάχιστο  την  προοδευτικότητα  ή  το  ρηξικέλευθο της  οντότητάς  τους,  απέχουν  παρασάγγας  απ’  τη  δημιουργία  μιας  γοητευτικής  κοινωνίας,  περισσότερο  θα  λέγαμε  υποβοηθούν  σε  αποσάθρωση  κρηπίδας  κι  εκτόξευση  ανασφαλειών.  
 
Ο  άνθρωπος  παλινδρομεί  ανάμεσα  σε  πολλαπλά  πρόσωπα  ριζικών  μεταμορφώσεων,  τόσο  σε  επίπεδο  αξιών-ηθών-οργανωτικών  κανόνων  όσο  σε  ανεξέλεγκτη  ανισορροπία  κινήσεων  κι  αβεβαιότητας.  Με  αισθήσεις  αποδυναμωμένες,  σταθερές  εξαρθρωμένες  και  συναισθήματα  ανατετμημένα  υπό  το  μικροσκόπιο   ψυχολογικής  ανατομίας,  μαθαίνει  να  επιβιώνει  σε  περιβάλλον  πλήρως  αποδομημένο,  στη  διελκυστίνδα  του  οποίου   Συντηρητισμός  και    Μοντερνισμός  αντιπαλεύουν και  διεκδικούν  το  «καλύτερο»  ή  το  «χειρότερο». 

Σε  πλαίσιο  μεταρρυθμιστικό  όσον  αφορά  στην  οικονομία  κι  επανακαθορισμού  της  αποσάθρωσης  του  κοινωνικού  συστήματος,  το  ον  εξειδικεύεται  χωρίς  ωστόσο  να  μορφώνεται  για  να  κολυμπήσει   σε  νερά  ενός  ποταμού,  του  οποίου  τα  παλιρροϊκά  κύματα  δεν  δαμάζονται.  Είναι  σαν  να  ψαύει  στα  τυφλά  τα  όριά  του,  αφού  αποξενωμένος  πρώτα  και  κύρια  με  τον  εαυτό  του  και  συνακολούθως  με  τον  κόσμο-τη  φύση-τους  άλλους  ανθρώπους,  ταλανίζεται  σε  εμπειρίες  περιέχουσες  πλείστες  μορφές  θεωρητικών  κι  αισθητικών  ανακατατάξεων  στην  ολότητά  τους  και  στην  ιστορική  τους  ανάπτυξη. 

Η  βία  και  το  άγχος  εξυφαίνουν  το  σχισμένο  κουρέλι  του  ιστού  που   κληροδοτούνται  στις  επόμενες  γενιές.  Όραμα  εκλείπει  από  τους  ιστάμενους  σε  υπεύθυνες  θέσεις  και  η  φιλοδοξία  στον  άνθρωπο  αυτοπεριορίζεται  σε  καθαρά  προσωπικά   επιτεύγματα,  δίχως  την  παραμικρή  έγνοια  συλλογικής  βελτίωσης  κι  επανίδρυσης  του  «Κόσμου».  Ο  άνθρωπος  βαδίζει  στο  μεταίχμιο  και  για  πολλοστή  φορά  στο  μακραίωνο  της  πορείας  του  βρίσκεται  σε  σημείο,  όπου  η  γνώση  του  δεν  επαρκεί  να  διαχωρίσει  τον  «ανήφορο»  απ’  τον  «κατήφορο»  με  την  ερμηνεία  των  όρων  στην  ασκητική  του  Καζαντζάκη.  Η  προοπτική  του  ολέθρου    υπεραντισταθμίζεται  απ’  τους  αίνους  που  πλέκονται  για  την  επιστήμη της  Ψυχιατρικής-Ψυχολογίας.  Λυτρωτές  όχι  μόνο  ουσιαστικά  ανεπαρκέστατοι  να  επιλύσουν  τις  αστάθειες  του  παραπαίοντος  ατόμου,  αλλά  και  κατακερματίζοντες  την  αλληλεγγύη,  η  οποία  αντιπροσώπευε  επί  αιώνες  τον  αμιγή  κρίκο  συσπείρωσης  των  λαών  σε  περιόδους  κρίσεως.  Ο  άνθρωπος  της  διπλανής  πόρτας  μας  είναι  εντελώς  άγνωστος  κι  αδιάφορος.   Στις  πρωτόγονες  κοινωνίες  το  άτομο  έτρεχε  σε  «μάγους-θεραπευτές»,  στις  περιόδους  έντονης  εξάπλωσης  θρησκευτικών  δογματισμών  επαφίετο  σε  «πνευματικούς  πατέρες»  της  Εκκλησίας.  Ποια  η  διαφορά  με  το  σήμερα  που  το  άτομο,  ολοκληρωτικά  εξουθενωμένο  απ’  τη  μηχανοποίηση  της  ζωής  και  την  αποστασιοποίηση  απ’  τη  φύση,   εφησυχάζει  σε  επιστημονικές  εξηγήσεις  των  προβλημάτων  του;

Η  φιγούρα  του  ανθρώπου  να  τρεκλίζει  πάνω  στη  γκραβούρα  της  αυτοματικοποίησής  του,  στοιχειώνει  το  Μέλλον...  



*Βιβλιογραφία:

Καστοριάδης Κ., «Ο  θρυμματισμένος  κόσμος»,  μτφ Σαρίκας  Ζήσης-Σπαντιδάκης  Κώστας, Εκδόσεις  Ύψιλον, Αθήνα  1992.

Κονδύλης  Π., «Πλανητική  πολιτική  μετά  τον  ψυχρό  πόλεμο», Εκδόσεις  το   Ποντίκι.

Τσόμσκυ Ν.,  «Ηγεμονία  ή  επιβίωση», μτφ Καλαμαντής  Γιώργος, Εκδόσεις  Πατάκη,  Αθήνα  2006.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου