19 Φεβ 2017

Άρθρο


Η  απαλλοτρίωση  των  εγχειρημάτων…


Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.


«Ό,τι  δεν  ευθυγραμμίζεται  με  την  αναπαραγωγή  ή  δεν  μεταμορφώνεται  απ’  αυτήν,  δεν  έχει  πια  που  να  καταφύγει. Όχι  μόνο  δεν  υπάρχει,  αλλά  και  ούτε  πρέπει  να  υπάρχει.»

Ο  Μισέλ  Φουκώ  μέσω  της  ευφυέστατης  σκέψεώς   του    απεικονίζει  συνοπτικά  τη  σύμμετρη  κρίση  αξιών. Η  αναπαραγωγή  του  ανθρώπινου  είδους  μπορεί  ευκόλως  να  αναχθεί  σε  «παραγωγή»  και  αντιστρόφως.  Είναι  και  οι  δύο  όροι  συνώνυμοι  μιας  προσδοκίας,   για  την  οποία  οι  άνθρωποι  αυτοθέλητα  αγωνίζονται  και  θυσιάζονται.

Οι  τέσσερις  χυμοί  του  σώματος,  σύμφωνα  με  αρχαίες  θεωρίες  Ιατρικής,  όταν  βρίσκονται  σε  σύμμετρη  ανάμιξη,    διαμορφώνουν  την  απαραίτητη  ευκρασία,  ώστε  να  είναι  εγγυημένη  η  καλή  υγεία  του  σώματος.  Η  διαταραγμένη   ανάμιξη  των  εν  λόγω  χυμών  καταλήγει  σε  δυσκρασία   και  κατ’  επέκταση  ασθένεια  του  σώματος. 

Αν  η  υπόθεση  με  τα  συμπτώματα  των  νόσων  στην  Ιατρική  παραμένει  μια  υπόθεση  διάτρητη,  στην  Κοινωνία  επίσης   η  προσέγγιση  του  κάθε  αποστήματος  με  συμπτωματική  και  όχι  αιτιολογική  «θεραπεία»  δεν  μπορεί  παρά να  ανακουφίζει   προσωρινά  τα  στρώματα  από  μία  μάστιγα  και  να  συνδαυλίζει  μελλοντικό  υποτροπιασμό  των  συμπτωμάτων. 

Ο  Βίλχελμ  Ράιχ,  έγκριτος  στοχαστής   του  20ου αιώνα,   δόμησε  τον  ανθρώπινο  χαρακτήρα  προβαίνοντας  σε  αναφορά  τριών  διαζωμάτων.  Η  επίστρωση  της  υπάρξεως,  η  οποία  διαρθρώνεται  σε  επίπλαστες  συνιστώσες  ευσυνειδησίας-υπευθυνότητας-συγκράτησης.  Το  διάμεσο  επίπεδο,  το  οποίο  διαπνέεται  από  σαδισμό-λαγνεία-ζηλοφθονία.  Η  πυρηνική  στοιβάδα,  της  οποίας  η  υφή  δηλώνει  συνεργασία-τιμιότητα-μίσος  κι  αγάπη  υπό  βάσιμου  λόγου.  Αδύνατον  να  καταγραφεί  η  αγριότητα  ανθρώπου  προς  άνθρωπο,  και  η  ιστορία  επιβεβαιώνει  πως  ο  άνθρωπος,  πλάσμα  αμφίστομο,  είναι  το  μόνο  απ’  τα  έμβια  όντα   που  βασανίζει  άλλα  όντα  προς  ευχαρίστηση,  βυσσοδομώντας  ταυτοχρόνως  την  αυτοκαταστροφή  του.   Απ’  τη  στιγμή  σύστασης  κοινωνικών  συσσωματώσεων  επινοούνται  και  τα  μέσα  υποδούλωσης  των  μαζών,  αφού  η  ενσάρκωση  της  εξουσίας  εγείρει  το  καίριο  κι  επιτακτικό  ακανθώδες  ζήτημα  κατακερματισμού  προς  επικράτηση.

Το  κράτος  σε  όλες  τις  ιστορικές  μορφές  του  είχε  ως  σκοπό  την  επιτέλεση  των  συναφών  λειτουργιών  της  ευνομίας  και  της  προάσπισης  του  έθνους,  με  την έντεχνη  παραφθορά  του  όρου  να  ενέχεται.  Τον  17ο  αιώνα  το  σύνθημα  «Ζωή-Ελευθερία-Ιδιοκτησία»  χρησιμοποιήθηκε  στην  Αγγλία από  Πρεσβυτεριανούς  ηγέτες  καθόλου  δημοκρατικής  ιδεολογίας,  προς  απαλλαγή  απ’  τους  επισκόπους  και  δίχως  καμία  εκχώρηση  δικαιωμάτων  στον  λαό  σαν  οργανωμένη  κοινότητα,  παρασέρνοντας  ωστόσο  τους  απλούς  κι  αδαείς  σε  εξουθενωτικές  επαναστάσεις.  Το  1651  ο  Τόμας  Χομπς    γράφει  το  πολιτικής  φιλοσοφίας  σύγγραμμα  «Λεβιάθαν».  Υποστυλώνει  το  θεωρητικό  του  οικοδόμημα  εξηγώντας  πως  ο  άνθρωπος δεν έχει αγαθή φύση, αλλά είναι εκ φύσεως εγωιστής και ηδονιστής. Ως  εκ  τούτου  προεικόνιζε  την  αναπόφευκτη  μονοπώληση  της  απόλυτης  εξουσίας,  ώστε    να  αποτραπεί  η  εξόντωση  του  είδους. 

Στην  πολιτική  σκηνή  του  21ου  αιώνα  παρουσιάζονται  σύνθετες  μονάδες,  οι  οποίες  επικαλύπτουν  οικονομικά  συμφέροντα  και  συνομαδώνουν  γύρω  τους  μικρότερης  εμβέλειας  Δυνάμεις,  χωρίς  εν  τέλει  να  απολήγουν  σε  ριζική  αλλαγή  της  γενικής  αντιλήψεως.  Διάταξη  που  στο  ελάχιστο  δεν  θα  ήταν  ικανή  να  επάγει  ομοιογένεια  παρά  σε  απτή  κατάταξη  των  περιφερειών  του  πλανήτη.  Στη  φυσική  κατάσταση,  όλοι  έχουν  το  δικαίωμα  να  αποκτήσουν  ό,τι  τους  επιτρέπουν  οι  δυνατότητές  τους.  Σε  κατάσταση  πολέμου  όμως  είναι  ελάχιστοι  εκείνοι  που  δύνανται  να  διατηρήσουν  τα  κεκτημένα. 
  
Μέσα  στο  κέντρο  αυτού  του  αποσαθρωτικού  εργαστηρίου,  «πειραματόζωον»  τίθεται,  αν  όχι   η  Ελλάς  σε  επίπεδο  ευρωπαϊκό,  το  άτομο,  με  πλήρη  θα  λέγαμε  επίγνωση,  για  να  παρακολουθείται  δεχόμενο  συνεχείς  επιθέσεις  και  οι  σφυγμομετρήσεις  να  στατιστικοποιούν  τα  αποτελέσματα,  ώστε  να  προλειανθεί  το  έδαφος  του  μέλλοντος.

Καμία  Κυβέρνηση  λοιπόν  και  καμία  Μεταρρύθμιση  δεν  λύνει  τις  αντιφάσεις.  Όσο  οι  αδρά  πληρωμένοι  υπάλληλοι  των  Εταιρειοκρατίας  καταλαμβάνουν  έδρανα  στην  Βουλή,   το  φάντασμα  της  αποτυχίας  θα  συνεχίζει  να  πλανάται  πάνω  απ’  τα  κεφάλια  ανυπεράσπιστων  ατόμων.  Βέβαια,  αν  πρόκειται  για  «ατυχείς  κινήσεις»  των  Κυβερνητών  ή  για  «προσανατολισμένες  διαταγές»  προς  Αρμοστάς,    δεν  το  μαθαίνουμε,  τουλάχιστον  εγκαίρως,  αν  και  μας  αφορά.  Και  αυτό,  δυστυχώς,  αποδεικνύεται  περίτρανα  μέσα  απ’  την  εκλογική  διαδικασία, η  οποία  δεν  συνιστά  τίποτ’  άλλο  παρά  Συμπληγάδες,  των  οποίων  τα  άκρα  επαίρονται  για  διαφορετικότητα,  επίπλαστη  ωστόσο.  Η  μία  Πέτρα  αντιπροσωπεύει  την  Αριστερά  και  τον  Σοσιαλισμό,  το  οποίο  ως  ιδεολόγημα  μετά  την  κατάρρευση  της  ΕΣΣΔ  το  1991  παραμένει  εντελώς  ανεφάρμοστο.  Η  άλλη  Πέτρα  συμβολίζει  τη  Δεξιά   και  τον  Καπιταλισμό,  ο  οποίος  μετά  την  ημερομηνία  μεταίχμιο  του  1991  εκρήγνυται  αλματωδώς  προσπαθώντας  να  επαληθεύσει   τους  οιωνούς  του  Διαφωτισμού  σχετικά  με  την  υπευθυνότητα   και  τον  ατομικισμό  του  ανθρώπου. 

Αναδρομικά  θα  λέγαμε  πως  ο  Διαφωτισμός  υπήρξε  η  κρηπίδα  γενέσεως  του  Καπιταλισμού,  αφού  μαχήθηκε  μέχρις  εσχάτων  για  να  απαλλάξει  τον  άνθρωπο  απ’  τη  θεοκρατία-δουλοπαροικία,  αλλά  δεν  τον  κατέστησε   παρά  υποχείριο  αρχικά  της  μηχανής  και  εν  τέλει  της  παραγωγής  επιγεννώντας  νέες  ανελευθερίες  και  νέους  περιορισμούς.   Οι  εκλογές  στις  χώρες  της  Δύσης  υποβόσκουν  απλά αποτελέσματα  δικολαβικών  χειρισμών,  από  ανέντιμους  διορισμένους,  και  αρκεί  ένας  πολίτης  να  ανατρέξει  σε  κιτρινισμένες  σελίδες  της  Ιστορίας  για  να  απολαύσει   αποτελέσματα  που  αλλοιώθηκαν  λαθραία  κατά  το  δοκούν  ή  που  χειραγώγησαν   πολλά  νομοθετήματα  και  δεν  είδαν  το  φως  της  δημοσιότητας  παρά  αρκετές  δεκαετίες  αργότερα,  όταν  η  ανάδυσή  τους  δεν  αποτελούσε  πια  παρά  μία  πληροφορία  ενδιαφέρουσα  κι  ιστορικά  προσεγγίσιμη. 

Μεγάλες  Εταιρείες  πληρώνουν  αφειδώς  τα  πλήρως  ελεγχόμενα  Μέσα  Μαζικής  Ενημέρωσης   με  σκοπό   την  παραπληροφόρησή  μας.  Μικρές  επαναστατικές  οργανώσεις  λοιπόν  εξελίσσονται   σε  εθνοποιητικές   αρτιότητες  έργου,  των  οποίων  τα  υπεσχημένα  προσδένονται  στο  άρμα  του    Ολισμού.  Εξαίρετοι  γνώστες  του  όλου,  κατανοούν  το  μερικό,  έχοντας  δηλαδή πλήρη  επίγνωση  του  παγκόσμιου  «γίγνεσθαι»,  τεμαχίζουν  τον  κοινωνικό  ιστό  για  να  τον  αντιμετωπίσουν  σταδιακά  και  μονομερώς.  Και  φτάσαμε  σ’  έναν  κόσμο,  ο  οποίος  σφυρηλατήθηκε  πάνω  στην  ασπίδα  του  Αχιλλέα  για  να  ξετυλίξει   τον  πλούτο  που  γεννά  η  ζωή  στη  φύση,  αλλά  απολιθώθηκε  απ’  τον  ιστορικό  συγκερασμό  δομικών  αφομοιώσεων  και  στέρεων-συντεταγμένων   ενθρονίσεων  στην  εξουσία  του  μηχανισμού  διαχείρισης  της  παραγωγής   προς  κρυστάλλωση  εκμεταλλευτικών  σχεδιοποιήσεων. 

Ο  ξύλινος  λόγος  κλασαυχενίζεται  για  «ανθρωποκεντρικές  Κοινωνίες»  τη  στιγμή  που  είναι  πασίδηλο  πως  αυτός  ο  «Ανθρωποκεντρισμός»  περνά  μέσα  απ’  τις  διαδικασίες  άνισης-ολιγαρχικής   κυριαρχίας  και  υποβαστάζει  ξεκάθαρα  τις  ανάγκες   του  κεφαλαίου.  Αφ’  ης  στιγμής  οι  μικρές  περιπλανώμενες ομάδες,  που    κυνηγούσαν  την  τροφή  τους,  άρχισαν  σιγά-σιγά  να  εγκαθίστανται  για  να  καλλιεργήσουν  την  τροφή,  ο  άνθρωπος  έπαψε  να  υπηρετεί  τη  Μητέρα-Γη  και τα πνεύματα  που  τη  διακονούσαν.  Αμήχανος  άρχισε  να  σηκώνει  το  λάβαρο  της  δόξας.  Φύση  και  άνθρωπος  μεταλλάχθηκαν  σε  υπηρέτες  ενός  άκρατου  Κεφαλαιοκρατισμού,  ο  οποίος  περνάει  απ’  την  ακμή  στην  παρακμή  του  μετακυλίοντας   τις  καταστροφικές  συνέπειες    μετάβασης  στις  φτωχοποιημένες  μάζες. 

Όταν  ο  Αριστοτέλης  πρέσβευε  πως  οι  πρακτικές  επιστήμες  δεν  θα   έπρεπε  να  εμπεριέχουν  γνώση  και  οι  φυσικές  επιστήμες  δεν  έχουν  πρακτική  εφαρμογή,  εννοούσε  πολύ  απλά  πως  απώτερος  στόχος  μιας  επιστήμης  θα  έπρεπε  να  είναι  η  αξία  και  η  σημασία  που  αυτή  προσδίδει  στη  ζωή  μας.  Ας  πάψει  πλέον  η  αξιολόγηση  μιας  επιστήμης-ιδεολογίας  να  εξαρτάται  απ’  τη  συμβολή  της  στην  κατανόηση  αλλά  να  επεκτείνει  τις  θεραπευτικές  της  ικανότητες,  αυτές  που  θα  είναι  ανεξάρτητες  από  οικονομικά  συμφέροντα.  Διότι  διαφορετικά  μιλάμε  για  αργυρώνητες  προσανατολιστικές  θεωρίες. 

Ίσως  η  ρήση  ενός  άλλου  μεγάλου  φιλοσόφου,  του  Χέγκελ,  «Δεν  είναι  παρά  στην  αρχή  του  λυκόφωτος  που  η  γλαύκα  της  Αθηνάς  κάνει  το  πέταγμά  της…»,  να  δίνει  μια  απάντηση.  Ο  Χώρο-Χρόνος  δεν  είναι  αυτός  των  φυσικών-ιστορικών  επιστημών,  οι  οποίες  νομίζουν  πως  δίνουν  το  μέτρο  των  όρων  Χώρος  και  Χρόνος. Αυτοί,  κατά  τον  μεγάλου  βεληνεκούς  φιλόσοφο,  ανήκουν  ο  ένας  στον  άλλον  αξιώνοντας  το  παιχνίδι  του  ανθρώπου  αδιαχώριστο.  Η  αφετηρία  δεν  είναι  σ’  αυτό  το  παιχνίδι  ο  άνθρωπος  ούτε  ο  κόσμος,  και  παραμένει  άρρητη  κι  αθέατη.

Η  διάνυση της  απόστασης,  απ’  τη  γέννηση  ως  τον  θάνατο  τόσο  του  ατόμου  όσο  και  της  ανθρωπότητας,  δεν   είναι  εξίσου  κι  ευσταθώς  ακμάζουσα,  κάτι  που  συναγάγει  αναπόφευκτες  ετερογένειες.  
 
Με  την  επανάσταση  στην  επιστήμη  της  Κοσμολογίας,  η  μαγεία  και  ο  μυστικισμός έδωσαν  τη  θέση  τους  στους  νόμους  των  ουράνιων  σωμάτων,  οι  οποίοι  υπόκεινται  σε  δυνάμεις  που  μπορούν  να  υπολογιστούν  και  να  αναπαραχθούν.  Ο  άνθρωπος  αρχίζει  να  βιώνει  έντονες  εσωτερικές  συγκρούσεις.

Η  Ιστορία  εμφανίζει  ποικιλότροπες  διακλαδώσεις  ανάλογα  με  το  μέρος  του  πλανήτη,  ώστε  να  κρύβει  στις  αποσκευές   ανόμοια  σχήματα  εγγράμματων  ή  αγράμματων  κοινωνιών.  Πρόκειται  για  ανισότητες,  των  οποίων  η  ζυγαριά  άλλοτε  γέρνει  προς  υπεροχή  κι  ενίοτε  προς  κατωτερότητα,  χαρακτηριστικά  ικανά  να  αναδείξουν  ή  να  εξολοθρεύσουν  πληθυσμιακές  ομάδες.  Κι  ενώ  αυτές  οι  ιδιομορφίες  αποτελούν  αποδεδειγμένο  θεμέλιο  της  παγκόσμιας  ιστορικής  ροής,  το  κινούν  αίτιο  του  φαινομένου  έχει  ασαφή  περιγράμματα.

Ανέκαθεν  το  σύστημα  διακυβέρνησης  μεταπλάθει  τις  μορφές  του  από  άτυπες  σε τυπικές,  ανάλογα  στον  τύπο  κοινωνίας που  βρισκόμαστε,  αλλά  υφίσταται  πάντα  εστιασμένο  στο  σημείο  της  πληροφόρησης  και  της  λήψης  αποφάσεων.  Απ’  την  περίοδο  των  πρωτόγονων  αρχηγιών  μεγάλο  μερίδιο   αγαθών  δεν  διανεμόταν  στη  βάση  της  ομάδας,  αλλά  παρακρατούταν  προς  κατανάλωση  απ’  τους  ιθύνοντες,  οι  οποίοι  απαιτούσαν  απ’  τους  υφιστάμενους  αγαθά- εργασία-φόρους.    Από  πολύ  νωρίς  γίνεται  διάκριση  και  είναι  εμφανής  η  επικυριαρχία  δύναμης  και  πλούτου  σε  ορισμένα  σύνολα,  όπως  και  στον  αντίποδα  η  στέρηση  κι  η  ανέχεια  σε  κάποια  άλλα.  Κάποιοι  λαοί  βιώνουν τον  απόλυτο  αποδεκατισμό  και  την  υποδούλωση. Κάποιοι  άλλοι  χαίρουν  πλησμονής   και  πολυτέλειας.  

Σε  κρίσιμη  διασταύρωση  με  διακρατικές   ασάφειες  συνδέσμωσης  ανομοιογενών  οικονομιών,  κάτι  που  καταδεικνύει  την  ευήθεια  όσων  χαιρέτιζαν  τη  νομισματική  ένωση   σε  ευρωπαϊκό  επίπεδο, ο  άνθρωπος  ευθυγραμμίζεται  με  την  ίσαλο  γραμμή  της  αποξένωσης,  αφού  καμία  δυσαναλογία  δεν  αμβλύνθηκε. Η  αναγωγή  του  προβλήματος  σε  παγκόσμιο  βεληνεκές  εγείρει  αναζήτηση  ευθυνών,  χωρίς  ωστόσο  να  βλέπουμε  μεγάλη  διάθεση   προς  ανάληψή  τους.  Καμία  πολιτική  ή  κοινωνική  βούληση  δεν  δύναται  να  πλαισιώσει  πλέον  το  όραμα  της  ενοποίησης,  το  οποίο  έχει  ξεκάθαρα  ξεθωριάσει  και  οι  προσδοκίες  των  λαών  σαφέστατα  φυλλορροήσει.  Και  το  μόνο  πρόβλημα  είναι  οι  ανθρωπομάζες  και  η  διαχείρισή  τους. 

«Ο  λαός  πρέπει  να  μπει  στη  θέση  του. Οι  υπεύθυνοι  άνθρωποι  που  λαμβάνουν  αποφάσεις  πρέπει  να  ζουν  απαλλαγμένοι  από  ποδοπατήματα  και  βρυχηθμούς  μιας  παραζαλισμένης  αγέλης.»
Υποστήριζε  ο  Γουόλτερ  Λίπμαν,  πολιτικός  στοχαστής  του  20ου  αιώνα,  σε  δημοκρατικά;;  δοκίμιά του!  

Κι  αν  στο  λυκαυγές  της  εισόδου  στην  κρίση,  η  κατάσταση  συνοψιζόταν  σ’ έναν  γενικόλογο  κι  εύπεπτο  όρο,  αυτόν  της  λιτότητας,  σήμερα  ποια  λέξη  θα  την  περιέκλειε  στις  φτερούγες  της ως  πανάκεια  στη  λαίλαπα  αντικτύπων  που  τρυπανίζουν  το  αλεξίσφαιρο  γιλέκο  της  αθωράκιστης  ασφαλείας.  Η  πιθανότητα χρεοκοπίας,  όχι  σαφώς της  Ελλάδας  αλλά  των  κατοίκων  της, επικρέμαται  σαν  Δαμόκλειος  σπάθη  όχι  μόνο  πάνω  απ’  τα  κεφάλια  των  Ελλήνων  αλλά  και  πολιτών  ευρύτερων  ηπείρων.

Όσο  ακριβέστερες  προγνώσεις  εξελίξεων  και  γεγονότων  εικάζουμε  σαν  άτομα  ή  σαν  συλλογικές  ομάδες, τόσο  αντιλαμβανόμαστε  την  καταβαράθρωση  ελπίδων  αλλά  και  προσφερόμενων  φόβων,  αφού  το  άνυσμα  της  κάθε  πρόβλεψης  προβάλλει    στο  ένα της  άκρο  τονωτικά  αποκυήματα  στηρίζοντας  στο  άλλο  αναμόχλευση  καταθλιπτικών  συναισθημάτων.  Προκαταβολικές  ενέργειες,  οι  οποίες  υπερφαλαγγίζουν  απερίσκεπτα  οιαδήποτε  δυνατότητα  προβλεψιμότητας.

Στις  πάσης  φύσεως  εκλογές  ανάγοντας…

Trump ή   Clinton…

Στο  Κυνοβούλιο    η  δεξιά  δεν  γνωρίζει  τι  ποιεί  η  αριστερά  κι  αντιστρόφως…

Πλανητάρχης  και  Ποιμενάρχες  κάπου  αναμένονται…

Στενός  ο  κλοιός  περιφρούρησης  και  το  κυκλοφοριακό  κομφούζιο…

Καθ’  εικόνα  και  ομοίωση   του  «Τι ‘χες  Γιάννη,  τι’  χα  πάντα…»

Οι  πόσες;;;,  χάσαμε  πλέον  τον  αριθμό,  πληγές  των  δεξιών-αριστερών  κομμουνιστικών-φασιστικών  διακόνων  της  μνημονιακής  συνειδήσεως  και  κατ’  επέκταση  μαριονέτες  των  δανειστών,  τεχνηέντως  παρατείνουν  την  απύθμενη  αποβορβόρωση  του  λαϊκού  κι  εθνικού  πυρήνα.  Αχρειότητα  χαρακτήρος  και  πολιτικός  αμοραλισμός  συμπλέουν  με  χαμέρπεια  κόλακα  στο  λίκνο  της  Δημοκρατίας.

Λουκούλλειο  ή  θυέστειο  το γεύμα; 

Όπως  το   πάρει  κανείς.

Συνδαιτημόνες  οι  ίδιοι  γνωστοί-άγνωστοι.

Οι  τοκογλύφοι  που  γλύφουν  τα  χέρια  τους. 

Οι  αποστάτες  δημαγωγοί  κι  οι  παραβάτες  να  ολοκληρώνουν  δια  του  πυγίζειν  κι  όχι  ως  πέπρωται  δια  του  διαμηρίζειν,  είναι  κι  αυτή  η  έκλυση  των  ηθών  που  ταλανίζει  τρόπον  τινά  τη  ματαιότητα…

Οι  ύαινες-Προκαθήμενοι  παντός  κλάδου-  που  καραδοκούν. 

Τα  δόγματα  που  πλατυρρημονούν  εν  μέσω  αγημάτων  στρατιωτικών  κι  αναμφίβολη  απονομή  τιμών. 

Οι θρησκείες  που  επαμφοτερίζουν  μεταξύ  δηλώσεων  κι  αντιδηλώσεων,  ενώ  στο  παρασκήνιο  συνυφαίνουν  με  κατάλληλες  δικλίδες  την  επιθανάτια  αρωγή.  

Τα  συστήματα  Παιδείας  και  Υγείας,  βασικοί  πυλώνες  προστασίας  κι  αγωγής  του  ατόμου, η  αιχμή  της  μηχανής  σαν  να λέμε, να  παλιλλογούν  διαρθρώσεις-αναδιαρθρώσεις,  αφού  με  τον  καιρό  εξελίχθηκαν σε παραστρατιωτικό κέντρο εξουσίας σε εσωτερικούς πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες  συμφερόντων  πολυεθνικών. 

Όλοι  εμείς  που  ταξιδεύουμε  στις   σκουληκότρυπες  του  facebook  για  να  ξεχνάμε  τ’  αντίρροπα  κελεύσματα,  και  που  καιρός  τώρα  ν’  αναλάβουμε  την  κοινωνική  μας  ευθύνη,  είναι  και  τριήμερο  με  καύσωνα  κι  αύρα   θαλασσινή  κάλεσμα  σαλπίζει  λάγνο…

Κι  η  Ξανθούλα  που  είδα  ψες  αργά,  θεραπαινίδα  υπάκουη  με  λευκή  ποδίτσα  και  πλεξουδάκια  ελκυστικά,  να  τους  υποδέχεται! 

Ανάμεσα  στις  εταίρες  δεν  θα  συγκαταλεγόταν,  αφού  μόνο  τις  χαρές  της  συνουσίας  πρόθυμη  είναι   να  προσφέρει,  περί  συζητήσεως  επιφυλακτικότητα  δηλώνει  καταχρηστική.  Και  καμία  αμφισβήτηση  σχετικής  νόμιμης  εξουσιοδότησης  δεν  αμαυρώνει  τον  μηχανισμό. 

Δεικτηριάς  ως   σύμβολο αδαημοσύνης  κι υποτέλειας,  οποίο  ελιξίριο  ερωτικό  για  τους  παιδεραστές,  παντός  φύλου.  Άλλωστε  το  κατοχυρώνει  και  το  σύμφωνο  ελεύθερης  συμβίωσης…

Αποφράδες  οι  μέρες  σέρνουν  λοιπόν  της  ιστορίας  το  άρμα,  εν μέσω  αστερισμών  χαμένων  και  γραμμικά  στημένου  σαδισμού. 

Δοξαστικά   οι  επηρμένοι  σύνεδροι  τις  μαύρες  ορίζουν  ξέρες  με  τη  διαδικασία  του  κατ’  επείγοντος…

Και  κάπου  σ’  αυτό  το  σημείο,  ήρθε  η  ώρα  να  αναρωτηθούμε,  ποια  η  πρακτική  αξία  των  διαλέξεων  περί  ιδεολογιών-πεποιθήσεων-επιστημών  για  λαούς,  στους  οποίους  έχει  εμφυσηθεί  μια  συγκεκριμένη  παιδεία-ένα  σχετικά  πειθαρχημένο  πλάνο  ζωής-κάποια  ελάχιστη  εμπειρία  λήψης  αποφάσεων;

Και  ας  απαντήσει  ο  Κος  Κώστας  Αξελός  με  την  ανυπέρβλητη  σκέψη  του:

«Αν  ο  κόσμος  είναι  η  γενέθλια  γη  του  ανθρώπου,  ο  άνθρωπος  δεν  γλιτώνει  την  εξορία.»









*Βιβλιογραφία

Αξελός  Κώστας,  «Απ’  τη  μυθολογία  στην  τεχνολογία»,  μτφ   Δασκαλάκη  Κατερίνα,  Εκδόσεις  Άγρα-φυλλάδιο  9ο,  Αθήνα  1986.

Καστοριάδης  Κ., «Ακυβέρνητη  Κοινωνία»,  μτφ  Σαρίκας  Ζήσης,  Εκδόσεις  Ευρασία,  Αθήνα  2010.

Ίλλιτς  Ιβάν, «Για  τις  ανάγκες  του  ανθρώπου  σήμερα»,  μτφ   Τομανάς   Βασίλης,  Εκδόσεις  Νησίδες,  Θεσσαλονίκη  1999.

Nussbaum  Μ., «Η θεραπεία της επιθυμίας»,  μτφ  Αβραμίδης  Γιάννης-Πανταζή  Μυρτώ,  Εκδόσεις  Θύραθεν,  Θεσσαλονίκη  2009.

Vidal G.,   «Όνειρα πολέμου», μτφ Ζαχαριάδου Μαργαρίτα, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα 2004.

Bloch  Ernst,  «Φυσικό  δίκαιο   και  ανθρώπινη  αξιοπρέπεια»,  μτφ  Γκιούρας  Θανάσης,  Εκδόσεις  ΚΨΜ   Αθήνα  2015.

Michel Paul Foucault, «Ιστορία  της  σεξουαλικότητας-Η  δίψα  της  γνώσης»,  μτφ  Ροζάκη  Γκλόρυ,  Εκδόσεις  Ράππα,  Αθήνα  1978.

**Δικτυογραφία
Άρθρα  απ’  την  εφημερίδα  «Le  Monde».



Ποιητική  διήγηση




Ζώον  δίπουν  και  άπτερον



Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη



Στην  οικία   των   θεών  κρουνοί   το   νέκταρ   αναβλύζουν, πομφόλυγες  απόδημοι αναριγούν  στον   αφρό του  μούστου.  Κάθε   αυγή   ευαγγελίζεται   η   ποδιά   του   Ήλιου, τα    φιλιά  της  σέρνοντας  στα  επίγεια  και  του  έλους  φράζοντας   τον      καθρέφτη.  Χαράματα   στην  κόλαση   των   ζωντανών.  Στην   ανέμη  η  κλωστή τυλιγμένη,  και  τ’ απάνθισμα  των  μεταμορφικών   ειδώλων  σε   διαιρέσεις  κι   υποδιαιρέσεις   διχασμένο,  στο  επ’ απείρου να  παρελαύνει   διχοτομημένο   σύνολο.  Αριθμοί, προεκτάσεις   λογικευθέντων.  Πλήκτρα, πόζες   στον   παντεπόπτη  οφθαλμό.  Σ’  ιδρυτική  ερείδεται  πράξη  το  αλλόκοτο  παραλήρημα  κι  όλα  στην   ανευόδωτη  μαραίνονται  σχέση  χρόνου  κι  αιτιότητας,  π’  εντοπίζει  της  αλαζονείας  το  κατάφωρον σαν  περίπτωση  επανορθώσιμης  αδικίας. 

 Κι   όταν  ανήγγειλε   την  απόφασή   του,  ένας   ανίσχυρος  ήταν  υπερόπτης     χωρίς   αναστολές,  λες  και   κάθε   μηχανισμός    κριτικής   ικανότητας   γεφυρωνόταν  με  το  ανεκτέλεστο,  το χιμαιρικό  και  ζητούσε  στο  φως  να  βγει  με  το  τίμημα  κάποιας  απελευθέρωσης…

Και  τώρα  καταμεσής  σ’  οσμές  τοξικές, λάγνα  αγκιστρώνεται  η  διαστροφή  τους  σε  φοβέρας  ριπές.
Ήχοι, χνάρια,  κραυγές  στ’  ορίζοντα  παγιδευμένες   τ’  ακαθόριστο. Ανάλγητη  η  Μοίρα  απίθωνε  τη  σκέπη  της  σε  τύμβους,  πλεκτάνη  να  κομπάζει  ανιστόρητη στων  γηγενών  τ’  απέραντο  νεκροταφείο.

Κι  αυτός  με  το  χακί  περίζωμα  παραλλαγής,  όμοιο  με   τόσων   άλλων,  άλλοτε   ποθητό,  επίμωμο  πια   έλυτρο,  σάστιζε  μπρος   στ’ ατελέσφορο  παιχνίδι, το   κυνήγι  παρεμφαίνοντας  των   κεραυνών   με  τ’  αλεξικέραυνα. Κάθιδρη  κι   απηυδισμένη   η   σχοινοβασία,  σ’ ένα  επέκεινα   δυσνόητο  που  σ’  αρένα  εκφυλλίζεται  χωλαίνουσα,  την  πνευματική   του    κλόνιζε   συγκρότηση. Αργά   στο   χείλος  βάδιζε  βαρβαρότητας  υποστασιοποιημένης,  όπου  η   εικόνα   προωθείται   σε   βάρος   του   λόγου, σε   βάρος   οιασδήποτε   λογικής   επεξεργασίας. 

Στο   μεθύστερον  λοιπόν, στην   ενδότερη  μπήγονταν  τα   δάχτυλα,   του   λαιμού   εσοχή.  Το  παράφωνο  υποβαστάζοντας   πανδαιμόνιο.   Οι  ραφές,  ξιφολόγχες   ανανήψασες  στην   αγκαλιά   του  άλγους. Τα   παιδικά   θα   ήσαν   τάχα   πέλματά   τους,  κλωνιά   να  λυτρώσουν  τα   φτύματα   στους   τάφους.

Κι  όπως  σαν  αξίνα  πάνσοφη   το   μυδραλιοβόλο  του,   τις   ανεστραμμένες   υλακές  σε  χαυνότητα  βαράθρωνε. Κι  όπως  τα  βήματα   βαριά  κι  οι   αισθήσεις   σ’  εγρήγορση.   Οι  αντιστάσεις  ισχυρές   και   στη   χαότητα   των   εσωτερικών  ωκεανών   τα   μήκη   και   τα   πλάτη   άναυδα.  Παραμέριζε   ασελγώς  τ’   αποσαθρωμένα   κουφάρια  η   αιματοβαμμένη   του   αρβύλα,  την   αταραξία  του   διατηρώντας   μπρος   σε   τούτη   την   αλληλουχία    βδελυγμάτων,   οι  διάλεκτοι  των   σφαδασμών   δύσαρθρες.  Σαν  αόρατη   ορθώθηκε   πύλη     ένα   κάλεσμα   άψαυστο   και   απ’ την φωλιά  του   χώματος   εμφανίστηκε   ένας σκορπιός.

-Ποιος  είσαι  περαστικέ  διαβάτη; Πορφύρας  χρυσοκέντι  ανεμίζει  στο  καφέ    των  ματιών  σου βελούδο.

-Κατά  τον  Αριστοτέλη,  αρχαίος  Έλληνας  Φιλόσοφος,  είμαι  ζώον  πολιτικόν.  Κι  εφ’  όσον  εμπίπτω  σε  νόμους  είμαι  το  καλύτερο  απ’  τ’  άλλα  ζώα.

Τ’  αρθρόποδο   ανασήκωσε   την    ουρά   του,  έτοιμο   για   επίθεση, κι   αγνοώντας   τη  στέγνα  της  κομπορρημοσύνης  του,   με  λαιμαργία  επιδόθηκε  ακλυδώνιστη  στην   βρώση  ενός   ζωύφιου   που   μόλις   άδραξε. Ασύγκριτη   η   αχθεινότητα  με  όσα   είχε   ο  ίδιος  διαπράξει, αλλά   τον   τάραξε   η   απόλαυση  λες   ενός   δικού   του   προνομίου.  Της  δικαιοδοσίας  οι  σειρήνες,  δίχτυα ιχνογραφούσαν   μ’ ανίδωτες  κλωστές. 

-Κατά  τον  Μαρξ,  Γερμανός  Φιλόσοφος,  είμαι  ζώον  κοινωνικόν.  συνέχισε    επικαλούμενος  προσωπικότητες  αδιαμφισβήτητου  κύρους.

Οράματα  φτερωτά  στης  τρικυμίας  αποσπασμένα  τα  βράχια  κι  η  μνήμη  να  ρουφά  τ’  αναφύλλισμα  των  κόκκων.  Τ’  απαλό   χνούδι    στ’   αμούστακό   του   μάγουλο   με   πλέρια   είχε  παραχωρήσει  διάθεση  τη  θέση   του   σε   μια   πυκνή   γενειάδα. Η   γνώση   κι   η  πείρα    μακρές. Τις   ρίζες   όσο   κι   αν   έσκαψε,  το  λάθος   του   μήνυσε   τον   δρόμο.  Πόσο  άπληστος  εφάνη,  αβυσσαλέες   της  εξορίας  οι   χοάνες  να   του   ψήνουν  τα   χείλη. Η  ατραπός  της   επιστροφής  δύσβατη,  κι   οι   άφτρες ν’ ανακράζουν  λυσσαλέες.  Στο   λευκό  του   δέρμα  θαμμένοι  αμφορείς, τραύματα   επισωρεύουν  πυορροούντα. 

-Όσο   μακρυά   κι   αν   πας, η   φυγόκεντρος   θα   σε   έλκει   πάντα   στον   πυρήνα.  Πλήθος  οι  πληγές  ιππεύουν  των  σελίδων  σου   το  υφάδι   κι  οι  συγχορδίες   κρύβονται  στων  γιοφυριών  τα  τόξα.  Δεν  θα  γυρίσεις!  Διότι  πάνω  απ’  όλα  έγινες ζώον  ομολογητικόν!   αντιγύρισε  ειρωνικά  ο σκορπιός,  το  ζωύφιο  που  καταβρόχθιζε  δεν  ήταν  άλλος  παρά ο  ερωτικός  του  σύντροφος,  με  τον  οποίο  μόλις  είχε  συνουσιαστεί  και  κυοφορούσε  τους  καρπούς   του. 

Ο  πληγωμένος   του   εγωισμός   υπέπιπτε   σε   χιλιάδες   αποκλίσεις   και   δεν   αρκούσαν   απλώς   αφ’ εαυτών    τα   λάγνα   ακκίσματα.  Ήταν   που  το  είναι  του   αναζητούσε     ανάμεσα    στις   άτονες    ερυγές    του   βορβόρου.  Αδημονούσαν   τ’   ανθολόγια   τις   μεταφράσεις και  της   Ιεράς   Νόσου   τις   ανυπάκουες   ορχήσεις. Ίσα  που   κρυφοκοίταξε   σ’  ένα  ακροτελεύτιο   αντανακλαστικό   προς   την   ανεξαρτησία.  Η  ταπείνωσή   του,  όμοια   μ’ εκείνη   αγέρωχου  βράχου    στο   ηδονικό  της   αρμύρας λείχημα.  
                                                                                                                                     
Στον  αγριότοπο  κοντοστέκεται  ο  σκαπανεύς   και  διερωτάται:

-Τι  προς   εξόρυξην;   
                                                                                            
Και   βάναυσα   αίφνης   στεντόρειες  τσιρίδες   νυχτερίδων   στις   κατωφέρειες   της   δορυφοροποίησης.

Η ουρά   του  ζώου   ανασηκώθηκε  με  μανία…


Ενθάδε  κείται  ληξιπρόθεσμο  το  Μέλλον…






Άρθρο



Eλάκτισεν ο γάιδαρος και δέρουσι το σάγμα…



«Εξετάστε  λοιπόν  με  προσοχή  όλες  τις  ικανότητες  της  ψυχής  σας: τη  Μνήμη-τη  Νόηση-τη  Θέληση.  Εξετάστε  επίσης  με  ακρίβεια  όλες  σας  τις  αισθήσεις.  Και  ακόμη  εξετάστε  όλες  σας  τις  σκέψεις-τα  λόγια  σας-τις  πράξεις.  Εξετάστε  ίσαμε  και  τα  όνειρά  σας.  Αν  δηλαδή,  όταν  ξυπνήσετε  τα  εγκρίνετε.  Τέλος,  να  μην  νομίσετε  πως  σε  τούτο  το  τόσο  ευαίσθητο  κι  επικίνδυνο  θέμα,  υπάρχει  τίποτα  το  ασήμαντο  και  το  ελαφρό.»

 Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη


Η  εποχή,  όπου  ο   περιπλανώμενος   άνθρωπος,  χρησιμοποιούσε  τη  λεκτική  του  ακμαιότητα  προς  ανασκευή  εικόνων  κι  εξήγηση  επιθυμιών,  έχει  παρέλθει  ανεπιστρεπτί. 

Ο  P.  Segneri,  Ιησουίτης  ιερέας  και  φιλόσοφος,  κήρυττε  τον  δέκατο  έβδομο  αιώνα,  ενδυόμενος  της  Ποιμαντορίας  το  χιτώνιο,  πως  τα  πάντα  θα  πρέπει  να  ανακινούν  ζητήματα  ενοχικής  περίσκεψης  κι  ενδεχόμενης  απολογητικής  διαδικασίας.  Το  κάλυμμα μιας  απαίτησης  ελαίω  θεού  που  αποκαθαίρεται  ενδελεχώς,  αναχαιτίζει  την  αμεσότητα,  εξωθώντας  το  κάθε  τι  στα  δίχτυα  ενός  Λόγου  που  στοιχηματίζει  πως  δεν  θα  επιτρέψει  ούτε  μια  μικρή  γωνιά-ούτε  μιαν  ανάσα  στη  ρίζα  της  «αμαρτίας»  μετατοπίζοντας  τη  βαρύνουσα  στιγμή  της  πράξης  προς  τον  δυσκολοδιατύπωτο  κλυδωνισμό  της  επιθυμίας.  Διότι  αυτή  είναι  η  γάγγραινα  με  τις  άγνωστες  εκφάνσεις  που  δύναται  να  θέσει  υπό  αίρεση  οιαδήποτε  νομότυπη  εντολή. 

Στον  εικοστό  αιώνα,  ευτυχώς  η  Κοινωνία  απαλλάχτηκε  απ’  της  θρησκομανίας  τα  κατάλοιπα.  Το  modus  operandi  ωστόσο  απλά  μεταμφιέστηκε  και  στον  αντίποδα  παρεμβάλλουν  νέα  διαδικαστικά  τερτίπια,  τεχνολογία  κι  επιστήμη,  προς  εξουσίαση  ανθρώπου-φύσης  κι  εκμετάλλευση  των  δυνατοτήτων  του.   Συνακόλουθα  προσφέρεται  αφειδώς  το  προβάδισμα  στην  ελεύθερη  σκέψη-βούληση,  οι  οποίες  αυτοπεριορίζονται  υφιστάμενες  εκουσίως  στη  μονολιθικότητα  της  πραγματικότητας.  Αν  πριν  κάποιους  αιώνες  η  αναφορά  και  μόνο  σε  κάποια  θέματα  επέσυρε  τιμωρία,  σήμερα  με  το  να  μιλάμε  γι’  αυτά  κλασαυχενιζόμαστε   αγνόηση  του  κανονιστικού  πλαισίου  κι  επίγνωση  της  ανατρεπτικότητάς  μας. 

Στην  ουσία  πρόκειται  για   οπερετικό  πραξικόπημα,  αφού  το  μόνο  που  καταφέρνουμε  σαφώς  είναι  να  υποβοηθούμε  την  καταστολή,  υπογραμμίζοντας  τη  συνύπαρξη  εκείνων  που  ο  κίνδυνος  του  αστείου  ή  η  κακόνοια  της  ιστορίας  δεν   επιτρέπει  να  συγκεράσουμε  την  επανάσταση  με  την  ευτυχία.  Οι  κοινωνικοί  και  πολιτικοί  μετασχηματισμοί  έχουν  ήδη  αφομοιώσει  την  αντινομία  του  δίπτυχου   έγερσης-ηδονής  μέσω  της  εδραίωσης  απόλυτης  ομοφωνίας  των  πολιτικών  παρατάξεων   σε  βαθμό  έσχατου  ταρτουφισμού,  αφού  τοιουτοτρόπως  οιαδήποτε  εκδοχή  αλλαγής  φθίνει.  Οι  πένητες  της  αφθονούσας  Δύσης  αποτελούν  τον  στόχο  κτηνώδικης  μεταχείρισης,  ενώ  οι  νεόπλουτοι  πλέουν  σε  πελάγη  ανυποψίαστης  σκλαβιάς. 

Μια  τάξη  πραγμάτων  βρίσκεται  στην  τελική  της  ευθεία  χωρίς    ευοίωνη  προοπτική.  Η  υπεροψία  καθιστά  τους  θυσιαστές  εθελοτυφλούντες  μπρος  στα  σισύφεια  έργα  τους,  καθώς  και  τα  θύματα  ανίκανα  εναλλακτικών  αντιπροτάσεων.  Η  συνάρθρωση  των  διαζευκτικών  συλλογισμών  ακροβατεί  επί  ξυρού  ακμής.  Η  απειλή  υποθετικής  παγκόσμιας  αναμέτρησης  προβάλλεται  με  τρομολαγνική  τακτική  νουθετώντας   σε  ενστερνισμό  αναχρονιστικών  μεθόδων  τιθάσευσης.  Στο  όνομα  του  υπέρτατου  αγαθού  της  ασφάλειας,  οι  σκιώδεις  κυβερνήσεις    περιστέλλουν  ατομικά  δικαιώματα  ελευθερίας  περιάγοντας  τους  λαούς  σε   αυτόβουλη  κοινωνική  αναδίπλωση. 

Μέσα  σ’  αυτό  το  νοσηρό  κλίμα,  συγγραφείς  τρέχουν  δεξιά  κι  αριστερά  παρουσιάζοντας  τα  βιβλία  τους  κι  εκφωνώντας  απόψεις.  Και  ως  γνωστόν  ακούμε  πάντα  αυτόν  που  μιλάει  και  όχι  τις  ρήσεις  του.  Με  την  ελπίδα  της  αναγνώρισης,  σε  κάθε  παρουσίαση  ο  δημιουργός,  σκληραγωγημένος  απ’  την  επανάληψη  και  προσαρμοσμένος  στην  ψυχολογία  του  βαρυποινίτη,  παίρνει  θέση  στο  εδώλιο.    Ύστερα  από  τόσους  ηθικούς  θανάτους  οι  κινήσεις διέπονται  από  αμέριστη  θελκτικότητα,  αλλά  δεν  παύουν  να   είναι  κεντροθετημένες  σε  μια  ασταθή  ισορροπία  που  προσδιορίζει  τα  υποσύνολα  κόστους-αντιτίμου-ανταμοιβής.  Η  συνειδητοποίηση  της  κατάστασης  λειτουργεί  σαν  αυτεπίστροφο  βλήμα.  Το  κοινό  άλλοτε   εναγκαλίζεται  την  προσπάθειά  του  κι  ενίοτε  τον  εμβολίσει  με  περισσή  εμπάθεια,  επιρρίπτοντάς  του  ευθύνες  για   μείζονα  ζητήματα. Ωσαύτως  η  μετριότητα  της  κοινωνίας  αντανακλάται  εν  είδει  κατάρας  πάνω  του. 


Όταν  περιδεείς   εμπειρογνώμονες  σε  καίριες  θέσεις   δεν  απαντούν  σε  κανέναν  προβληματισμό,  πως  θα  απαντήσει  ο  εκάστοτε   γραφιάς  και  γιατί  θα  πρέπει  να  ακρωτηριάζεται  ευθαρσώς  κάθε  φορά  η  οντότητά  του   χωρίς  απολίνωση  αγγείων;   Στην  Ελλάδα  του  εικοστού  πρώτου  αιώνα  υπάρχει,  αν  όχι  εμβρίθεια  στηλιτευτικών  κειμένων,  μια  σειρά  ωστόσο  πονημάτων   που  διάκεινται  δυσμενώς  κατά  του  γίγνεσθαι,  τα  οποία  παραγκωνίζονται  εντέχνως  από  ιθύνοντες  και  κοινό.  Όσο  πιο  δυσνόητο  και  δύσπεπτο  ένα  έργο,  τόσες  κι  οι  πληγές  του  συγγραφέα  για  τα  δεινά  του  πλανήτη  κι  αλίμονο  στον  αναγνώστη  που  δεν  το  αντιλαμβάνεται  κι  αποφεύγει  να  το  διαβάσει. 



Άρθρο


Εκ  του  Μηδενισμού  ο  Ολισμός…


 «On  cherche  le  lieu  et  la  formule  qui  permettrait  de  posséder  la  vérité  dans  une  âme  et  un  corps…»
Rimbaud


Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη


Στα  τέλη  του  19ου  αιώνα  ο  Nietzsche  έψαχνε    μέρα  μεσημέρι  με  φανό  τον  σκοτωμένο  Θεό,  καταδεικνύοντας  τα  έργα  του  ανθρώπου  και  προσπαθώντας  να   ευαισθητοποιήσει  την  ομήγυρη  για  το  αγεφύρωτο  χάσμα  που  θα  προέκυπτε  ανάμεσα  στον  άνθρωπο  και  στην  ύπαρξή  του.  Ο  Rimbaud,  κινούμενος  στο  ίδιο  μήκος  κύματος,  αναζητούσε  ένα  σώμα  και  μια  ψυχή  να  τους  εμφυσήσει  την  «Αλήθεια».  Προμάντευε  τον  αιώνα  των  στυγερών  δολοφόνων,  εστιάζοντας  στα  διαβρωτικά  συμπαρομαρτούντα  της  θεωρίας  του  Μηδενισμού. Σε  καμία  περίπτωση  δεν  θα  έπρεπε  να  παρερμηνεύσουμε  τη  λογική  των  δύο  αυτών  υψιπετών  πνευμάτων  σαν  παθογόνο  προσήλωση  σε  θρησκευτική  κοσμοαντίληψη.  

Τίποτα  δεν   απεφεύχθη  και  στο  πρωτόπλασμα  των  μελλοντικών  γενιών,  οι  οποίες  έρχονται  αντιμέτωπες    με    το  αμαυρωμένο  κέλυφος  του  κόσμου,  καταγράφεται  η  απόλυτη  ανωνυμία  κι  απαλλοτρίωση.  Σε  αντίθεση  με  τους  παππούδες  τους,  δεν  έχουν  να  παλέψουν  ενάντια  στη  λαίλαπα  του  πολέμου.  Η  αντίθεσή  τους  δηλώνεται  επίσης  διαμετρική  με  τη  θέση  των  γονιών  τους,  οι  οποίοι  αγωνιούσαν  να  κατανοήσουν  το  ομιχλώδες  φάσμα  του  ολοκληρωτισμού,  χωρίς  να  αντιλαμβάνονται  επακριβώς  τις  κυκλοτερείς  κινήσεις  του  περιγράμματος  ή  να  οριοθετούν  τα  παρεπόμενά  του. 

Η  «Πολιτεία»   αποτελεί   ένα  νομικό  κατασκεύασμα  χωρίς  υπόσταση,  απ’  όπου  δεν  μπορεί  να  απορρεύσουν  παρά  πυορροούντες  τραυματισμένοι  κλάδοι.  Αλυσωτές  κοινωνικές   αποσταθεροποιήσεις  κλυδωνίζουν  τον  σκελετό  του  «Κόσμου», συνιστώντας  έναν  καλοσχεδιασμένο  Καιάδα,  μέσα  στον  οποίο  δεν  ρίπτονται  πια  κακούργοι  ή  αιχμάλωτοι  πολέμου  όπως  στην  Αρχαία  Σπάρτη,  αλλά  οι   νέοι  βλαστοί   που  κατευθύνονται  αφ’  ενός    προς  εκτέλεση  του    αρχέγονου   χρέους  της  διαιώνισης  του  ανθρώπινου  είδους,  και  αφ’  ετέρου  της  εκπλήρωσης   πάσης  φύσεως  επιταγών.  Το  πρόταγμα  των   διαδοχικών  αλλαγών,  οι  οποίες  δεν  επαληθεύουν  στο  ελάχιστο  την  προοδευτικότητα  ή  το  ρηξικέλευθο της  οντότητάς  τους,  απέχουν  παρασάγγας  απ’  τη  δημιουργία  μιας  γοητευτικής  κοινωνίας,  περισσότερο  θα  λέγαμε  υποβοηθούν  σε  αποσάθρωση  κρηπίδας  κι  εκτόξευση  ανασφαλειών.  
 
Ο  άνθρωπος  παλινδρομεί  ανάμεσα  σε  πολλαπλά  πρόσωπα  ριζικών  μεταμορφώσεων,  τόσο  σε  επίπεδο  αξιών-ηθών-οργανωτικών  κανόνων  όσο  σε  ανεξέλεγκτη  ανισορροπία  κινήσεων  κι  αβεβαιότητας.  Με  αισθήσεις  αποδυναμωμένες,  σταθερές  εξαρθρωμένες  και  συναισθήματα  ανατετμημένα  υπό  το  μικροσκόπιο   ψυχολογικής  ανατομίας,  μαθαίνει  να  επιβιώνει  σε  περιβάλλον  πλήρως  αποδομημένο,  στη  διελκυστίνδα  του  οποίου   Συντηρητισμός  και    Μοντερνισμός  αντιπαλεύουν και  διεκδικούν  το  «καλύτερο»  ή  το  «χειρότερο». 

Σε  πλαίσιο  μεταρρυθμιστικό  όσον  αφορά  στην  οικονομία  κι  επανακαθορισμού  της  αποσάθρωσης  του  κοινωνικού  συστήματος,  το  ον  εξειδικεύεται  χωρίς  ωστόσο  να  μορφώνεται  για  να  κολυμπήσει   σε  νερά  ενός  ποταμού,  του  οποίου  τα  παλιρροϊκά  κύματα  δεν  δαμάζονται.  Είναι  σαν  να  ψαύει  στα  τυφλά  τα  όριά  του,  αφού  αποξενωμένος  πρώτα  και  κύρια  με  τον  εαυτό  του  και  συνακολούθως  με  τον  κόσμο-τη  φύση-τους  άλλους  ανθρώπους,  ταλανίζεται  σε  εμπειρίες  περιέχουσες  πλείστες  μορφές  θεωρητικών  κι  αισθητικών  ανακατατάξεων  στην  ολότητά  τους  και  στην  ιστορική  τους  ανάπτυξη. 

Η  βία  και  το  άγχος  εξυφαίνουν  το  σχισμένο  κουρέλι  του  ιστού  που   κληροδοτούνται  στις  επόμενες  γενιές.  Όραμα  εκλείπει  από  τους  ιστάμενους  σε  υπεύθυνες  θέσεις  και  η  φιλοδοξία  στον  άνθρωπο  αυτοπεριορίζεται  σε  καθαρά  προσωπικά   επιτεύγματα,  δίχως  την  παραμικρή  έγνοια  συλλογικής  βελτίωσης  κι  επανίδρυσης  του  «Κόσμου».  Ο  άνθρωπος  βαδίζει  στο  μεταίχμιο  και  για  πολλοστή  φορά  στο  μακραίωνο  της  πορείας  του  βρίσκεται  σε  σημείο,  όπου  η  γνώση  του  δεν  επαρκεί  να  διαχωρίσει  τον  «ανήφορο»  απ’  τον  «κατήφορο»  με  την  ερμηνεία  των  όρων  στην  ασκητική  του  Καζαντζάκη.  Η  προοπτική  του  ολέθρου    υπεραντισταθμίζεται  απ’  τους  αίνους  που  πλέκονται  για  την  επιστήμη της  Ψυχιατρικής-Ψυχολογίας.  Λυτρωτές  όχι  μόνο  ουσιαστικά  ανεπαρκέστατοι  να  επιλύσουν  τις  αστάθειες  του  παραπαίοντος  ατόμου,  αλλά  και  κατακερματίζοντες  την  αλληλεγγύη,  η  οποία  αντιπροσώπευε  επί  αιώνες  τον  αμιγή  κρίκο  συσπείρωσης  των  λαών  σε  περιόδους  κρίσεως.  Ο  άνθρωπος  της  διπλανής  πόρτας  μας  είναι  εντελώς  άγνωστος  κι  αδιάφορος.   Στις  πρωτόγονες  κοινωνίες  το  άτομο  έτρεχε  σε  «μάγους-θεραπευτές»,  στις  περιόδους  έντονης  εξάπλωσης  θρησκευτικών  δογματισμών  επαφίετο  σε  «πνευματικούς  πατέρες»  της  Εκκλησίας.  Ποια  η  διαφορά  με  το  σήμερα  που  το  άτομο,  ολοκληρωτικά  εξουθενωμένο  απ’  τη  μηχανοποίηση  της  ζωής  και  την  αποστασιοποίηση  απ’  τη  φύση,   εφησυχάζει  σε  επιστημονικές  εξηγήσεις  των  προβλημάτων  του;

Η  φιγούρα  του  ανθρώπου  να  τρεκλίζει  πάνω  στη  γκραβούρα  της  αυτοματικοποίησής  του,  στοιχειώνει  το  Μέλλον...  



*Βιβλιογραφία:

Καστοριάδης Κ., «Ο  θρυμματισμένος  κόσμος»,  μτφ Σαρίκας  Ζήσης-Σπαντιδάκης  Κώστας, Εκδόσεις  Ύψιλον, Αθήνα  1992.

Κονδύλης  Π., «Πλανητική  πολιτική  μετά  τον  ψυχρό  πόλεμο», Εκδόσεις  το   Ποντίκι.

Τσόμσκυ Ν.,  «Ηγεμονία  ή  επιβίωση», μτφ Καλαμαντής  Γιώργος, Εκδόσεις  Πατάκη,  Αθήνα  2006.





Ποιητικό  Δοκίμιο

Απροσδιόριστη  ημερομηνία

Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη

Αποτέλεσμα εικόνας για ανθρωπινη μνημη  εικονες

Αγαπημένε   οδοιπόρε,


Σώπασες,  κι  από  μακρυά  με  κοιτάς.
Εις  μέλαθρον μονοπολικό,  τα  λοίσθια  να  πνέω   σε  μανδαρίνους ανάμεσα,  φράκο  φορώντας  μεγαλοσχημίας  και  παπούτσια  αστραφτερά. 
Τι  κι  αν  τα  ερείσματα  είναι  πήλινα  αφού στο  κίβδηλο η  συνείδηση   προσαρμόστηκε  κι  απ’  το  ορθολογιστικό  οικοδόμημα  να  δραπετεύσει  δεν  δύναται.  Η  ελευθερία  μου…  λίβελλος  που  στην  κόλαση  του  προκρούστη  με λεονταρισμό απαράμιλλο  τσουλούν,  παραγωγικότητα  και  πρόοδος, ίδιοι  ληστοσυμμορίτες  ιοβόλοι  και  πόσο  εύκολα  στη  διακεκαυμένη  κι  εμένα   αιχμαλωτίζουν  ζώνη…
Και  δεν  ξέρω  αν  πρέπει  τα  προτερήματά  τους  να  ορέγομαι  ή  την  προοπτική  τους να  σκιάζομαι.
Και  δεν  ξέρω  αν  κονταροχτυπιέμαι  με  την  πέτρινη  συντροφιά  τους  ή  αν  την  ψυχή  μου  στον  Διάβολο  πουλώ,  έτσι περιστρεφόμενη  γύρω  απ’  τον  μικρό  μου  πάσσαλο  ή  ακόμη-ακόμη  αν  ο  διακτινισμός  μου  ευθυγραμμίζεται  με  της  πεντάλφας  τα  λικνίσματα,  που  νωχελικά  της  αμάθειας  τ’  αμπέχονο  φλερτάρουν…
Και  πόσο  θλίβομαι,  επειδή  υποχρεωμένη  να  βακχεύομαι  είμαι, στη  σαγήνη  των  μυστηριακών  τους  τελετών,  κι  επειδή  οι  περιστάσεις  τ’  ορμέμφυτο  μου  διαπλάθουν  χωρίς  το  παραμικρό  ίχνος  άμεσης  δυνάστευσης  αλλά  φιλεύοντας  τη  φενάκη  μου  μ’ ευαρέσκεια  ηθική.  Κι  όπως  ο  χρόνος  ξετυλίγεται  κάτω  απ’  της  ρεπούμπλικας  το  χαφιεδισμό  και  το  κέρδος  σύρραξης  προοιώνισμα  π’  ανακλαδίζεται  σε  δάφνες,  αν  τ’  ανάστημά  μου    κοντύτερο  απ’  το   δικό  τους  είναι,  απλά  αναρωτιέμαι.  Κι  απ’  το  κουρελιασμένο  μου  κουφάρι,  ίσα  ν’  αναβλύζουν  οι  πόροι  του  δέρματος  μιαν  υπόφαιη   βουβή  αποδοκιμασία, απλά  παρατηρώ.  Μα  τα μάτια ποτέ  δεν τρέχουν…
Και  μέσα  στην  ψευδοπολιτισμική  δεξαμενή  η  ελπίδα  ανακινεί  ή  αλιεύει  τη  στρατολόγησή  μου,  με  βραχύνσεις  σκόπιμες  στον  λόγο, την  αδιάπτωτη  να  πλήξουν  προσοχή  μου,  σαν  παστίλιες   αναισθητικές  που  τις  μασουλάς  και  δεν  ξέρεις  αν  θ’  αποκηρύξεις  την  όψη  ή  τη  λαλιά  σου, και  δεν  ξέρεις  αν  μεριμνώντας  ή  αγνοώντας  οικτιρμό  ξεσηκώνεις  στης  ισχύος  την  ευσπλαχνία. 
Κι  έξω  στη  δροσοβολιά  της  μέρας  το  στραφτάλισμα  να  σκορπίζεται   του  Ήλιου. 
Και  μέσα  καταμαδημένη  κι  ακέραιη  σε  γούβα  μνήμης  αΐδιου  την  εσχατιά  να  ψαύω, αφού  η  σκέψη  ως  προς  την  κρυσταλλική  της μόνο μορφή ισομορφισμό  παρουσιάζει  μη  και  τον  απολυταρχισμό  αποφύγει.
Κι  αφού  τάσεις  αντικρουόμενες  υπέρτερα  θριαμβεύουν  σ’  αποθηρίωση  εξωθώντας, της  διαχρονίας  η  έπαρση   αψήφιστα  βαδίζει   σε  κρούστα  πάνω  λεπτή  διότι  αν  η  εξουσία  είναι  αφροδισιακό   ο  φόβος  ισχυρό  ελιξίριο  εστί, κι  η  αμφιβολία  δύναμη  ικανή,    εκθεμελιωτική  να  γονιμοποιήσει  κρίση.
Κι  όπως  οι  κινήσεις  μου   υπαγορεύονται  κι  η  υποτέλεια  μιαν  ευφορία  γεννά  π’  απρόσκοπτα  και  πάραυτα  εκτροχιάζεται   σε  πλαίσιο  δυστυχίας, ένα  καζάνι  θωρώ  σιμά  μεγάλο  να  κοχλάζει  κι  η  προσωπίδα  μου  στο  εδώλιο  του  κατηγορουμένου  μ’ απορία   να  κοιτάζει  τις  στημένες  στον  χόχλο  αρχαιρεσίες!
Ψύχος  ενέσκηψε  ανεπιεικούς  ετυμηγορίας 
Ουκ  οίδα  τον  εαυτό  μου…
Και  στο  καζάνι  πέφτω,  έτσι  να  φουσκαλιάσει  ο  βρασμός,  σαν  κήνσορας  ημιμαθής,   την  επίορκη  τόλμη,  πριν  ο  βάλτος   τη  γλοιώδη  πράσινη  μπέρτα  του  απλώσει  ξανά,  κι  οι  συγκολλητικές  ουσίες  δεν  ξέρω  αν  αρκούν  να  μ’  οδηγήσουν  πέρα  απ’  το  σημείο  θραύσης  μου.
Κι  ήξερα  πως  μόνο  του  κάστρου  η  αγκάλη  θα  με  δεχόταν,  μέσα  στον  εσωτερικό,  τρίτο  κύκλο  του  να  χαθώ  και  να  χάσω  κι  όλων  τα  ίχνη.
Κι  όπως  εφώναζα,  στην  ερημιά  κρυμμένη, δαιμόνια, κρυμμένα  κι  αυτά,  της  Ηχούς  υποκινούσαν  τις  διαθλάσεις  κι  αγκάθια  στου  λογισμού  μου την   αραχνοΰφαντη φύτευαν   μπόλια…
Κι  όπως  οι  σκέψεις, της  αμαρτίας  έφλεγαν  το  πολυπλόκαμο και  στ’  ασυνειδήτου  το  ησυχαστήριο   απαλά  φευγατίζονταν,   η  νύχτα  ανεξευμένιστη  στης  αφωνίας  της πνιγόταν  την  ορμή, 
 Η  νύχτα  ή  εγώ  στης  παγωνιάς  κρυβόταν  τ’   αμετάθετο;
Ο  ένας  κρυμμένος  πάντως  τον  άλλον  εντόπιζε,  σε  σιωπής  βοστρύχους  να  ενοικεί,  και  το  εύθραυστο  να  γυρεύει,  κείνο  που    του  βυθού  αναμοχλεύει  τη  θολούρα,  στην  αθέατη  γύμνια  ρήσεων ασαφών.
Κι  άμμο  ψιλοκοσκινισμένη    πέταξα  με  φτυάρι, να   καλύψω  την  επώνυμη  τ’  ονείρου  μου   ντροπή   που  στου   μυαλού   τ’   αόρατα   αυλάκια  μ’  άνεση  ροβολούσε, κι  ίσως  να   ενταφιάσω  το    λίγο   στου   θρήνου   την   ωμότητα…
Κι  οργισμένη  δεν  ήμουν,  μόνο  αμίλητη.
Επειδή  όσο  πάλεψα  για  τη  συνομιλία,  τώρα  δεν  την  καταδέχομαι. 
Εκδικούμαι! 
Αυτήν  και  τον  εαυτό  μου, π’ ευχερώς  ενστερνίστηκε  το  «Ζωή είναι θα  περάσει!»   Και  δεν  κρύφτηκε  παρά  πίσω απ’ αυτό.
Και  πως πορεύεται
Νομίζει…












*Ποιητικό  δοκίμιο,  το  οποίο  αφορά  στην  υπαρξιακή  μοναξιά  του  ανθρώπου  και  στην  απόγνωση  του  Πολίτη.  Η  συγγραφέας  συνομιλεί  με  τον  εαυτό  της.

Το κάθε κείμενο είναι ένα εύθραυστο πλοιάριο. Κατά την ανάρτηση δεν περιμένει να συγχωρέσει, μήτε να συγχωρεθεί.. . Τα χρόνια της Χολ...